Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Fajitas

Η αρχική ιδέα ήταν να γίνω δικηγόρος. Το γραφείο του πατέρα ήταν εκεί. Το ίδιο και οι πελάτες του και κάποια στιγμή θα τους κληρονομούσα. Μου άρεσε η ιδέα. Ήθελα κι εγώ να κλείνομαι μόνος μου σε ένα γραφείο και να μιλάω εμπιστευτικά με γέρους ξενοδόχους ή κυρίες που ήθελαν επειγόντως διαζύγιο...

Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Δυο εβδομάδες στη σχολή και είχα βαρεθεί τόσο πολύ που θα μπορούσα να κρεμαστώ. Μπορεί και απλά να ήμουν και ηλίθιος. Δεν ξέρω. Πάντως δεν καταλάβαινα τίποτα από νομολογίες ή trust. Είδα την μικρή ταμπέλα staff needed for the kitchen, μπήκα μέσα κι έκανα αίτηση.

Ήταν ένα χαριτωμένο μαγαζάκι, με μικρά ξύλινα τραπέζια. Άνηκε σε έναν κοντό μεξικανό γύρω στα τριάντα που μιλούσε σπαστά αγγλικά και φορούσε μονίμως τζιν με πουκάμισο και γραβάτα. 'I do tis for m famili my friend'. Αυτή ήταν η ατάκα του.

Ποτέ μου δεν τον συμπάθησα. Ήταν ένας κακός και μικρόψυχος άνθρωπος. Για κάποιο λόγο όμως συμπάθησε αυτός εμένα. Κανονικά είχαμε δικαίωμα μόνο για ένα απλό μπέργκερ για κολατσιό όμως εμένα με έπαιρνε κρυφά στο γραφείο και μου έδινε έξτρα εντσιλάδας και σφηνάκια τεκίλα. Έτρωγα τις εντσιλάδας και ρουφούσα τα σφηνάκια και του ξερνούσα όλα τα μυστικά και τα κουτσομπολιά για τους υπόλοιπους στο μαγαζί.

mate i don trust d british. they re iδiots. they do it for the drugs and the sex  i do it for m famili, μου έλεγε και συμφωνούσα.

Για κάποιο λόγο η μεγάλη αντιπάθεια του κοντού ήταν ο Τζόναθαν. Ένα ψηλό παιδί, με φακίδες που σπούδαζε ηθοποιός. Εντάξει δεν μπορώ να πω πως ήταν και ο πιο εργατικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Εφτά στις δέκα ήταν λιώμα στα τσιγαριλίκια και συνήθως του έπαιρνε διπλή ώρα να τελειώσει  το πλύσιμο από ότι τους υπόλοιπους. Μερικές φορές έπαιζε και ποδόσφαιρο με τα καραμελωμένα κρεμμύδια. Τα έριχνε στο πάτωμα και τα έσερνε με τα αθλητικά του παπούτσια. Ας πούμε πως ο Τζόναθαν ήταν κάπως ηλίθιος. Όμως είχε χρυσή καρδιά.

Η δουλειά ήταν εξοντωτική. Θυμάμαι τα Σαββατοκύριακα να τελειώνουμε την βάρδια μας μετά τις 3. Μια τεράστια στοίβα από μεταλλικά πιάτα για τορτίγιες στράγγιζε δίπλα στον πάγκο. Κλείναμε τα φώτα και βγαίναμε στο κρύο. Το αφεντικό έμπαινε στο Βόλβο του κι εμείς πηγαίναμε σπίτι με τα πόδια.

Μου άρεσαν εκείνες οι νύχτες. Δεν είχα καμιά επιθυμία για το οτιδήποτε. Μου αρκούσε να περπατώ και να ακούω τους άλλους να μιλάνε αγγλικά. Άκουγα και έβλεπα την ανάσα μου στο κρύο και πολλές φορές άναβα κι ένα τσιγάρο και το ξεφυσούσα για να μην έχω απολύτως τίποτα να πω.

Ήταν κάπου εκείνη την εποχή όταν ο Τζόναθαν τα φτιαξε με την εκθαμβωτική μπαργούμαν από το εστιατόριο. Μια Σουηδέζα με σκουλαρίκι στη γλώσσα. Ήταν μια πολύ συμπαθητική κοπέλα και αρκετά έξυπνη και όλοι συμφωνήσαμε πως ήταν κάπως αταίριαστοι με  τον Τζόναθαν. Θα ερωτεύτηκε την χρυσή του την καρδιά, λέγαμε. Κι ήμασταν χαρούμενοι με αυτή την ρομαντική ιστορία. Όλοι μας εκτός από τον κοντό.

-Wat is this chick doin wit d idiot? με ρωτούσε
-I donno sir

Είχε λυσσάξει. Έμπαινε στο μπαρ και χτυπούσε τα ντουλάπια. Ερχόταν στην κουζίνα τις πιο απίστευτες ώρες κι έκανε επιθεώρηση καθαριότητας. Έσερνε το δάχτυλο κάτω από τους πάγκους και τσίριζε. Dis is not clean mate. NOT CLEAN. Κι ύστερα φορούσε μια παρδαλή μπαντάνα στο κεφάλι κι έπλυνε κι αυτός μαζί μας ή βοηθούσε τους ψήστες στη σχάρα.

I do this for mi famili mate έλεγε και σκούπιζε τα πιάτα.

Η κατάσταση ήταν εκνευριστική. Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν. Τα πόδια μου είχαν παραλύσει από την κούραση και τα χέρια μου είχαν παραμορφωθεί από το πολύ πλύσιμο . Είχα αρχίσει να έχω δεύτερες σκέψεις για την καριέρα μου στη λάντζα. Όχι πως ήθελα να γίνω δικηγόρος. Αλλά...

Όλα τα ρεπό μου τα περνούσα στη δημόσια βιβλιοθήκη. Διάβαζα αχόρταγα και φιλοσοφούσα για τα βάσανα της εργατικής τάξης από την οποία θεωρούσα πως ήμουν περαστικός όπως και από εκείνη την γκρίζα μουλιασμένη κωλοχώρα. Φιλοσοφούσα και τα ρούχα μου μύριζαν τηγανιτές φαχίτες. Ευτυχώς δεν ήμουν σαν κι αυτούς σκεφτόμουν. Ο φαλακρός μεσογειακός μπαμπάς μου, την τελευταία στιγμή, θα με ξελάσπωνε απ' το βούρκο. Σε μερικά χρόνια θα οδηγούσα την BMW του και θα φορούσα μαύρα γυαλιά και θα πηδούσα μία από αυτές τις πελάτισσες του που θέλουν επειγόντως διαζύγιο. Ή τις κόρες τους τέλος πάντων.

Μια μέρα με πήρε ο Τζόναθαν εμπιστευτικά στην άκρη. Φίλε μου λέει δεν αντέχω άλλο, ο Μεξικανός έχει κανονίσει τις βάρδιες έτσι ώστε να μην βρισκόμαστε ποτέ με την Λίζα. Θα μπορούσες να έρθεις στην βάρδια μου κι εγώ μετά στην δική σου; Θα μπορούσα.

Λίγες μέρες μετά σαπούνιζα με μισή καρδιά τα πιάτα στη θέση του Τζόναθαν όταν μπήκε ο Μεξικανός μέσα στην κουζίνα.

Mate we gotta talk.

Τα μάτια του είχαν γυρίσει ανάποδα. Στο γραφείο μου ζήτησε ευγενικά να καθίσω κι έβγαλε δυο σφηνοπότηρα από το συρτάρι. Τα γέμισε με τεκίλα.

mate why are YOU here today?

Προσπάθησα να του εξηγήσω. Πως τα παιδιά είναι ζευγάρι, πως εγώ δεν είχα τίποτα να χάσω, πως είναι γιορτινές μέρες και κάτι τέτοια. Ρούφηξα την τεκίλα μου.

The bastard is taking advantage of you, don't you see. I call him NOW τσίριξε και σήκωσε το τηλέφωνο.

Με τα χίλια ζόρια τον βρήκε και του είπε να τσακιστεί να έρθει στο μαγαζί και να κάνει την βάρδια του όπως του την είχε κανονίσει εξαρχής. Σηκώθηκα κι έφυγα από το γραφείο.

Ήταν η τελευταία φορά που τους είδα. Ότι λεφτά είχα μαζέψει τα ξόδεψα για να πάω στο Λονδίνο.  Είδα του κόσμου τα μιούζικαλ,  περπάτησα ασταμάτητα στους δρόμους. Α! Ήταν τα Χριστούγεννα των ονείρων μου. Μόνος μου μέσα σε αυτούς τους ατελείωτους γιορτινούς δρόμους να σκέφτομαι και να φιλοσοφώ για την ζωή και τα βάσανα της εργατικής τάξης.

Να φιλοσοφώ ... για την BMW του μπαμπά μου και τις γυναίκες που ήθελαν απεγνωσμένα διαζύγιο... ενόσω ο Τζόναθαν θα έπλενε τα πιάτα της δικής μου βάρδιας.

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Merry Christmas

Όποιος πει πως δεν τον αγγίζουν τα Χριστούγεννα είναι ψεύτης. Πως μπορείς να αντισταθείς; Δεν είναι μόνο τα χιονισμένα σπίτια, ούτε τα φρεσκοψημένα γλυκά, ούτε ο Άι Βασίλης. Πάνω από όλα είναι η αγάπη, όπως την είχες ονειρευτεί. Χωρίς λογοκρισία.

Θυμάμαι, καλή ώρα τέτοια εποχή, χρόνια πριν όταν προσπαθούσα να το παίξω άγριος νέος και τριγυρνούσα στα στενά πίσω από την ομόνοια. Είχε εξωφρενικό ψύχος. Φορούσα ένα μπουφάν δυο νούμερα μεγαλύτερό μου και περπατούσα μέσα στα ίδια στενά. Δεν είχα ιδέα που στο διάολο πήγαινα αλλά περπατούσα. Και δεν θα ξεχάσω μια τραβεστί που σύχναζε εκεί σε κάποια πάροδο και φορούσε το σκουφί του Άγιου Βασίλη. Ήταν τραβεστί με μουστάκι. Ψηλή και γεροδεμένη με σπαστά μαύρα μαλλιά.

Ή μια άλλη φορά στην Αγγλία εγώ κι ένας φίλος από την Ουγκάντα, ένας ασουλούπωτος μαύρος με ξυρισμένο κεφάλι που φορούσε πάντα φόρμα... ήταν Χριστούγεννα. Ήταν τόσο κρύο που ο φίλος μου μπορούσε να χαράζει λευκές γραμμές πάνω στο μαύρο δέρμα του. Περπατήσαμε μεθυσμένοι τους δρόμους, ώρες ατελείωτες, ώσπου βρήκαμε καταφύγιο σε μια παμπ στη μέση του πουθενά. Μας κεράσαν πούρα και ήπιαμε ουίσκυ. Η παμπ λεγόταν the star. Το όνομα της άναβε  έξω μέσα στην άχλη του κρύου.

Δεν ξέρω πως να το πω ακριβώς...τα Χριστούγεννα είναι όπως η μουσική. Δεν εξηγείται. Περνάει μέσα από το δέρμα σου και σου ζεσταίνει την καρδιά.

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Liapis avatar

Οι άνθρωποι μεγαλώνοντας γίνονται κομμάτια. Κατακερματίζονται...ψυχολογικά. Μια δεδομένη τάση σχιζοφρένειας πάει χέρι χέρι με την ωρίμανση του ανθρώπου. Το βλέπω στους φίλους, στους εραστές....όσο μεγαλώνουμε οι πράξεις μας χάνουν την λογική τους συνέπεια.

Ίσως φταίει η δουλειά. Εκείνος ο πάκος με λογαριασμούς που πρέπει να εξοφλήσεις στο τέλος κάθε μήνα. Ίσως φταίει ο έρωτας, οι ψυχοφθόρες σχέσεις μας, οι φιλοδοξίες που σπρώχνονται σε όλο και πιο σκοτεινά σημεία της ψυχής. Οι γάμοι, τα βαφτίσια, τα γαμίσια...οι εκδηλώσεις. Σιγά, σιγά το χάνεις το μέτρο.

Ίσως φταίει κι η ίδια η γλώσσα. Η γλώσσα είναι μια συμφορά. Ξέρω τι σου λέω. Για ένα βρέφος ο κόσμος είναι τόσο απλός. Ο κόσμος είναι ξεκάθαρος χωρίς ολοκληρωμένη γλώσσα. Μετά πρέπει να αρχίσεις να ονοματίζεις, να εξηγείς, να δικαιολογείσαι, να λες ψέμματα. Κι υποθέτω κάπου εκεί στα τριάντα...σαράντα...έχεις πει τόσα πολλά που δεν ξέρεις τι σου γίνεται.

Τι να πει κανείς. Συμβαίνει ακόμα και στους καλύτερους. Ακόμα και σε αυτούς που ξεκίνησαν με τις καλύτερες των προυποθέσεων. Όπως ο κακομοίρης ο Λιάπης. Μια μέρα σου πετάνε το μικρόφωνο στα μούτρα και σου ζητάνε να εξηγήσεις τα ανεξήγητα. Φόρτιζα την μπαταρία, έκανα λάθος και το παραδέχομαι και δεν ξέρω γω τι. Γελάμε που τα βλέπουμε αλλά μια μέρα θα έρθει κι η σειρά μας. Κι εκείνες οι ατάκες που τόσα χρόνια μας βγάζαν ασπροπρόσωπους, το γοητευτικό αξάν που αντιγράψαμε από κάποιο θείο που θαυμάσαμε, θα γίνει ο περίγελως του κόσμου.