Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Ο Κοραής και η μαϊμού

Είναι πολύ ωραία η συζήτηση που γίνεται για την ιστορία και τις αλήθειες της επανάστασης του 21. Υποθέτω πως ένας λαϊκισμός υπάρχει και στις δύο τις μεριές -και σε αυτούς που υπερασπίζονται τις παραδοσιακές θέσεις και σε αυτούς που θέλουν να τις ανατρέψουν- καθώς προσπαθούν να συμπτήξουν πολύπλοκα και σύνθετα γεγονότα μέσα σε μερικές γραμμές για να γίνει κουβέντα.

Όπως και να έχει είναι δύσκολο να καταπιάνεσαι με τέτοια ζητήματα. Αλλά έχει ενδιαφέρον πως αυτά τα ζητήματα μας απασχολούν ακόμα γιατί είναι προφανές πως διανύουμε ακόμα την εφηβική μας ηλικία σαν έθνος, προσπαθώντας να καταλάβουμε ποιοι στο καλό είμαστε, τι σόι άνθρωποι ήταν οι πρόγονοι μας, καλοί ή κακοί, έξυπνοι ή ηλίθιοι κτλ. Κοιτιόμαστε διαρκώς στον καθρέφτη, ασχολούμαστε με την ακμή μας, μας κατατρέχουν ανασφάλειες, και παρόλα τα λάθη μας και τις απογοητεύσεις μας, η στύση μας είναι ακόμα εκεί ... ανικανοποίητη κι ακατανίκητη όσες φορές κι αν προσπαθήσαμε να την ηρεμήσουμε με ιστορίες για Μεγαλέξανδρους και άλλα ιστορικά πορνό.

Το βέβαιο είναι πως οι αφηγήσεις υπάρχουν για να σε βοηθούν να καταλάβεις το ποιος είσαι ή ακόμα καλύτερα για να το εξελίξεις. Και σε αυτό τον τομέα το παραδοσιακό ιστορικό μοντέλο που έχει τις ρίζες του στον Αδαμάντιο Κοραή και στην σκληροπυρηνική του άποψη για τους Ευρωπαίους Έλληνες είναι ελαττωματικό.

Είναι γεγονός πως η εθνική μας επανάσταση ξεκίνησε κατά κύριο λόγο από τις παραινέσεις και τους οραματισμούς της διασποράς των πλούσιων ελλήνων εμπόρων στα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα. Αν δεν κάνω λάθος η Φιλική Εταιρεία στην ακμή της, λίγο πριν την επανάσταση, όταν αριθμούσε πάνω κάτω 1000 μέλη δεν είχε στις τάξεις της πάνω από 6 χωρικούς την πιο μεγάλη πληθυσμιακά ομάδα Ελλήνων. Αυτό σημαίνει πως η επανάσταση εξ' αρχής κουβαλούσε μέσα της έναν διχασμό ... οικονομικό, κοινωνικό μα πάνω από όλα πολιτισμικό. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος που φτιάχτηκε αμέσως μετά, είτε θέλουμε να το λέμε προτεκτοράτο -που δεν είναι ακριβής όρος- είτε θέλουμε να το βλέπουμε ως ένα από τα πολλά εθνικά ευρωπαϊκά κράτη που συστάθηκε ως τέτοιο μέσα από μια αστικού τύπου επανάσταση, ήταν ένα κράτος που είχε ελάχιστες αναφορές στον ίδιο τον πληθυσμό του.

Ο διχασμός αυτός είναι έκδηλος σε όλη την σύντομη ιστορία μας. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα του βέβαια η ίδια η θεωρεία του Κοραή που κι ο ίδιος αναθεώρησε βλέποντας πως η εξέγερση των Αρχαίων Ελλήνων -που όπως πίστευε είχαν επιβιώσει μέχρι τις μέρες του- από τον ζυγό των βάρβαρων Τούρκων ήταν περισσότερο μέσα στο κεφάλι του παρά εκεί έξω. Η επανάσταση θα έπρεπε να γίνει πολύ αργότερα θα έλεγε στην δύση της ζωής του. Οι Έλληνες δεν ήταν ακόμα έτοιμοι. Δεν είχαν μορφωθεί αρκετά. Εκφυλισμένοι από χρόνια δουλείας είχαν χάσει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό τους και έμοιαζαν πολύ περισσότερο με τους Τούρκους ή άλλους βάρβαρους βαλκάνιους παρά τους αρχαίους προγόνους τους. Κάπως έτσι την είχε πατήσει και ο Μπάυρον που στον Δον Χουάν του αναφέρει γλαφυρά και κωμικά την απόσταση των αρχαίων Ελλήνων από τους σύγχρονους Έλληνες, ο οποίος όμως είχε περισσότερη ψυχή και πάθος να δει πέρα από την εποχή του και τις προκαταλήψεις της, ανακαλύπτοντας έτσι το ελληνικό πάθος για το οποίο ακόμα και τώρα -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων-, οι δικοί μας διανοούμενοι και καλλιτέχνες έχουν άγνοια.

Είναι ο ίδιος διχασμός που διαφάνηκε μέσα από το γλωσσικό ζήτημα, τον κατατρεγμό του μπουζουκιού, τον εμφύλιο, το άνοιγμα του  ΠΑΣΟΚ στις αγροτικές περιφέρειες ...

Εκατόν πενήντα χρόνια και βάλε μετά ακόμα παλεύουμε να σκοτώσουμε τον ίδιο δράκο που μας τρόμαξε εξ' αρχής. Τον εαυτό μας.

 Την μια χορεύουμε στα τραπέζια τσιφτετέλια, φέρνουμε πεσκέσια στους πολιτικούς, επαναστατούμε για το κοντοσούβλι και την άλλη ξεσκιζόμαστε στα μεταπτυχιακά -η στοιχειωμένη προτροπή του Κοραή για περισσότερη μόρφωση-, τραγουδάμε στα αγγλικά, και φτιάχνουμε ακατανόητες στραγγαλιστικές αβάν γκαρντ ταινίες . Δεν έχει περάσει ένα εξάμηνο που διάβαζα έναν αρθρογράφο να λέει πως άκουσε μπουζούκι και δεν τον πείραξε όπως συνήθως γιατί δεν ήταν βάρβαρο αλλά γλυκό σαν μαντολίνο.

 Αυτό που ήθελα να πω είναι πως πέρα από την ιστορική πραγματικότητα υπάρχουν και οι συνήθειες και τα ελαττώματα και τα πάθη που έχει ο κάθε λαός. Δεν ξέρω πόσο αξία έχουν όλα όσα μας μαθαίνουν στο σχολείο, αν εν τέλει μας κάνουν καλό ή κακό. Μάλλον τείνω να πιστεύω το δεύτερο.

Μια μικρή παρένθεση. Διάβαζα κάπου πως ο Πρινς αυτός ο κοντούλης βρικόλακας της σόουλ και της φανκ ταξίδεψε στην Πορτογαλία για να μάθει από πρώτο χέρι για το fado γιατί τον έχει εντυπωσιάσει. Είναι πολύ σπουδαίο να έχεις την ταυτότητα σου. Είναι μοναδικό ... να είσαι ξεχωριστός. Ας σκεφτούμε που πήγαν τα δικά μας λαϊκά και ρεμπέτικα.

Έχω την εντύπωση πως αυτό το σαράκι του Κοραή, αυτός ο κλασσικισμός του 19ου αιώνα που τον κουβαλάμε μέχρι τις μέρες μας, μας έχει ρημάξει ότι περίεργο και ιδιαίτερο έχουμε σαν λαός. Αμέτι μουχαμέτι να γίνουμε Ευρωπαίοι, λες και οι Ευρωπαίοι είναι ένα ενιαίο, ομοιογενές πράγμα. Όταν ήμουνα μικρός θυμάμαι πως αυτή η προσπάθεια συνοψιζόταν στο να οδηγάς ακριβά γερμανικά αμάξια και να πίνεις ουίσκυ. Τώρα το ρίξαμε στην κουλτούρα και την πολιτική θεωρεία, αμάσητη όπως μας έρχεται.

Έχουμε όντως εφηβικά σύνδρομα. Μια μανία, να γίνουμε αποδεκτοί, να μιμηθούμε τους δυνατούς ακόμα κι αν κατά βάθος μας είναι αντιπαθείς. Υπάρχει βέβαια και η χαριτωμένη όψη της νεοελληνικής νοοτροπίας. Όπως εκείνη η φωτογραφία της μαϊμούς ... που κάθεται σε ένα γραφείο και διαβάζει με γιλέκο και γυαλιά ...

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Οι Τρεις Σωματοφύλακες

Τα τελευταία τρία χρόνια συνηθίζω να διαβάζω τις σελίδες 20 και 21 του κυριακάτικου φύλλου της Καθημερινής . Ξεκίνησε σαν μια προσπάθεια να ωριμάσω σαν άντρας. Ήταν εκείνη η εποχή που είχα κουραστεί να προσπαθώ να βρίσκω διαφυγή από τους καταραμένους έρωτες και τα ξενύχτια του Σαββατόβραδου γράφοντας ποιήματα για κιλότες και ακούγοντας κλασσική μουσική. Και πράγματι η Κ. ήταν μια σωστή επιλογή.  Ιδίως εκείνοι οι τρεις αρθρογράφοι ... ο Αλέξης (Παπαχελάς), ο Πάσχος (Μανδραβέλης) κι ο Χρήστος (Γιανναράς) ... με αγκαλιάσανε και με καλμάρανε σαν δυνατό αντικαταθλιπτικό.

Όλες αυτές οι ιστορίες τους για το αναποτελεσματικό κράτος, για την διαφθορά και τον νεποτισμό των δημόσιων λειτουργών ... για την απόσταση μας από την δύση... Εκείνη η εμμονή του Χρήστου με την Ελληνική σκέψη που έχει κοινωνική ή πιο σωστά κοινοτική κι όχι ατομιστική βάση σε αντίθεση με των κακών δυτικών και τον τρισκατάρατο υλισμό τους. Τι ωραία λόγια. Ή τα κείμενα του Αλέξη τον οποίο βέβαια είχα δει ήδη στην τηλεόραση και είχα διαπιστώσει πως έχει ένα εντυπωσιακό -μεγάλο- κεφάλι, που ξεχωρίζει για το λεπτό μειδίαμα στην άκρη των χειλιών. Έμοιαζε τόσο γνωστικό και στιβαρό και ασήκωτο, ξεφωνίζοντας τόσα πράγματα για τις διεθνείς γεωπολιτικές σχέσεις και τον ρεαλισμό της πολιτικής και για το πως Ρώσοι και Αμερικάνοι και Ισραηλινοί παίζουν παιχνίδια -πάντα- κάτω από το τραπέζι. Και τι να πεις για τον Πάσχο, τον οποίο δυστυχή πρόσφατα λοιδόρησαν πάλι και του στραπατσάρησαν το αμάξι κάτι ανόητοι θερμοκέφαλοι επειδή έχει το θάρρος και την επιμονή να στηλιτεύει και να υπογραμμίζει αιχμηρά τις παθογένειες της νεοελληνικής νοοτροπίας. 

Όπως και οι περισσότεροι Έλληνες και σε ένα βαθμό και οι περισσότεροι άνθρωποι στη νεότητα μου αναζήτησα κι εγώ έναν καλύτερο κόσμο. Συντέλεσαν βέβαια και οι καταβολές μου. Μεγάλωσα μέσα στις κεντρικές επιτροπές του Κ.Κ. που οι διάφοροι σύντροφοι -που στα παιδικά μου μάτια είχαν διαστάσεις γιγάντων- ξεφυσούσαν αρειμανίως τα τσιγάρα τους και μιλούσαν με ζεστές φωνές σαν μέλη πειρατικού πληρώματος. Θυμάμαι αμέτρητα φθινοπωρινά απογεύματα την μητέρα μου να με τραβάει από το χέρι μέσα σε πνιγηρές αίθουσες όπου οι ίδιοι μουστακαλήδες σύντροφοι ετοιμάζαν τα πανό και τις ντουντούκες τους για την επόμενη πορεία. Διάβασα από μικρός επαναστατικά κείμενα και πίστεψα πως είναι λογικό και -το πιο σημαντικό- είναι πολύ όμορφο να αγωνίζεσαι για περισσότερη δικαιοσύνη και να πιστεύεις στο μέλλον σαν κάτι φλογερό και συνταραχτικό. Ακόμα και όταν έφαγα τα μούτρα μου γνωρίζοντας από κοντά πόση μικροψυχία και μικροπρέπεια αλλά και πόση υποκρισία μπορεί να κρύβεται στην ψυχή όλων αυτών των 'συντρόφων' που τόσο θαύμασα σαν παιδί, διαφύλαξα μέσα μου μια πίστη στην ανατροπή. Έτσι ήμουν. Απεχθανόμουν την ασφάλεια. Σε όλες τις επιλογές μου και τις επαγγελματικές μου αλλά πιο πολύ και στις συναισθηματικές μου. Απεχθανόμουν την λογική, την σύνεση. Με ήθελα να βασανίζομαι πρωί βράδυ. Να κάνω λάθη, να πηγαίνω μακριά από κάθε τι δεδομένο και προκάτ. Ακόμα και από την ίδια την ταυτότητα μου ως αρσενικού. Αγάπησα την έκλυση. Τον παράνομο έρωτα, την στεναχώρια, το μεθύσι, την σύγκρουση. Μίσησα την οικογένεια, το σχολείο, τις καθώς πρέπει κοπέλες, τον ίδιο τον Θεό και το κατασκεύασμα του. Θυμάμαι ένα βράδυ σε μια μακρινή χώρα πόσο ευτυχισμένος ήμουν όταν μαζί με μερικούς φίλους μου κατουρούσαμε μέσα στο ψύχος και το πηκτό σκοτάδι στην πόρτα μιας μεγάλης αριστοκρατικής έπαυλης κάτω από τον βαρυσήμαντο σιδερένιο θυρεό της.

Θεωρούσα τότε, μέσα στη νεανική μου αφέλεια, πως τα πιο σημαντικά πράγματα για τα οποία άξιζε να ζει κανείς ήταν τα πιο απλά, όπως ας πούμε το να τρίβεται μια γάτα στα πόδια σου ή να πίνεις νερό όταν διψάς πολύ ... Έφτιαξα τον δικό μου κομμουνισμό, τον κομμουνισμό των ηλιθίων. Και θα μας χωρούσε όλους, ανεξάρτητα από έθνος ή φυλή ή φύλο και δεν θα είχε καθόλου υποχρεώσεις και καθόλου προνόμια πέρα από μια αδιαπραγμάτευτη συνθήκη ... να υπάρχεις ... όπως είσαι ότι κι αν είσαι ... γνωρίζοντας πως αργά ή γρήγορα θα σε τελειώσει ο θάνατος. 
Κι όμως μια μέρα ξύπνησα από τις καθιερωμένες σαββατιάτικες εξορμήσεις μου κι είπα φθάνει ως εδώ. Με είχαν κουράσει, με είχαν εξολοθρεύσει οι αδιέξοδοι έρωτες, οι συναισθηματικές ακροβασίες, η διαρκής αμφισβήτηση και το ξεσκέπασμα της ομορφιάς της ζωής σαν ένα κοινότοπο και 'ζαχαρωμένο' διαφημιστικό σποτ. Ήθελα να ηρεμήσω, να κατασταλάξω. Και πιο πολύ ήθελα να κοιμηθώ. 

Άνοιξα μια Καθημερινή στις σελίδες 20 και 21 και άφησα τον εαυτό μου να γνωρίσει χωρίς προκαταλήψεις έναν διαφορετικό κόσμο. Τον κόσμο του Χρήστου, του Αλέξη και του Πάσχου. Έπρεπε να μάθω να σκέφτομαι πια διαφορετικά, πιο ορθολογιστικά αλλά και πιο ανατρεπτικά με έναν διαφορετικό τρόπο. Ο δικός μου ήταν ξεπερασμένος. 

Κατά αρχάς οι εξουσίες δεν ήταν εν γένει κακό πράγμα. Υπήρχαν εκεί έξω από πάντα και μέλημα μας ήταν να διαλέξουμε να ακολουθήσουμε την πιο συμφέρουσα για εμάς. Αυτά σύμφωνα με τον Αλέξη που ήταν φιλοδυτικός. Δεύτερον. Οι ανθρώπινες απώλειες έπρεπε να λογαριάζονται σχετικά. Το προσωπικό δράμα κάποιων ανθρώπων που χάνουν την δουλειά τους έχει λίγη σημασία αν αυτό συντελεί στην προώθηση της επιχειρηματικότητας και την ανάπτυξη. Αυτό το μοντέλο έχει επικρατήσει στον κόσμο και είναι το πιο πετυχημένο και σχετικά το πιο δίκαιο. Το να προσπαθήσουμε να απαλλάξουμε τους fat cats που θα λέγανε και οι Άγλλοι, δηλαδή τους πλούσιους και τους ισχυρούς από τα προνόμια τους δεν θα είχε κανένα όφελος, γιατί είδαμε που κατάντησαν και οι σοβιετικοί που το έκαναν πράξη. Αυτά σύμφωνα με τον Πάσχο. Και τρίτο και καλύτερο. Το Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια δεν είναι κάτι κατ' ανάγκην κακό. Την μεγαλύτερη αξία την έχει ο νοικοκύρης, που τον έχουμε παραμελημένο, αυτός που κοιτάει την δουλειά του και ιδιωτεύει χωρίς να πολυσκοτίζεται αν παραδίπλα ψοφάνε από την πείνα και την κακουχία, οι μετανάστες και οι πρόσφυγες. Ιδίως αν είναι μακρινοί Πακιστανοί, καθόλου δηλαδή Έλληνες. Το ηθικό του Έλληνα νοικοκύρη μπορούμε μάλιστα να το αναπτερώνουμε θυμίζοντας του πως είναι απόγονος -έστω κι αν δεν μπορούμε να το αποδείξουμε- των αρχαίων και των σπουδαίων βυζαντινών, και λέγοντας του πως η εκκλησία της διαφθοράς και της φαυλότητας -ένας οργανισμός που εμπορεύεται τον φόβο και τις ενοχές- υπήρξε κάποτε πολύ καλύτερη, φορέας φιλοσοφικής ενατένισης, συνεχιστής της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και πως αν προσπαθήσουμε θα μπορούσαμε να την κάνουμε και πάλι έτσι. Αυτά σύμφωνα με τον Χρήστο. 

Με λίγο λόγια ο κόσμος είναι καλύτερος έτσι όπως είναι και μέλημα μας είναι να παλέψουμε να τον κρατήσουμε έτσι ακόμα κι αν χρειαστεί να ξεκουνηθούμε λίγο για αυτό, χωρίς βέβαια να θυσιάσουμε το σπιτάκι μας ή την δουλίτσα μας εκτός βέβαια κι αν είναι για το γενικότερο καλό του κεφαλαίου και της ανάπτυξης δηλαδή του έθνους, οπότε τα πράγματα αλλάζουν. Αυτή ήταν η νέα μου φιλοσοφία. Και ήρθε όπως είπα και με αγκάλιασε σαν δυνατό, ευεργετικό αντικαταθλιπτικό. Μερικοί την ονομάζουν φιλοσοφία της Δεξιάς και της συντήρησης. Νομίζω πως οι ταμπέλες δεν έχουν καμία σημασία. Αυτό που είχε σημασία ήταν η ηρεμία μου. Κι ένας καλός ύπνος το βράδυ. Αν δεξιά είναι ο ορθολογισμός και η σοβαρότητα και η συνέπεια, τότε καλώς είναι και ας την λένε όπως θέλουν. Στο μυαλό μου έτσι Δεξιά έγινε το γνωστό, πιο σωστά το γνώριμο. Αυτό που μάθαμε από μικροί και καλό ή κακό ήταν προτιμότερο από όλα τα υπόλοιπα.  Κι Αριστερά ήταν το άγνωστο, το μακρινό ... μια άγνωστη, επικίνδυνη χώρα. Αριστερά ήταν το σκοτάδι κι ο πονοκέφαλος που το ακολουθεί. Όπως εκείνες οι μεθυσμένες νύχτες μου με τις παλαβές γυναίκες να βογγάνε και να κλαίνε στο κρεβάτι μου.

Δεν έχει σημασία πως αποκαλείς τον εαυτό σου. Σημασία πως έχεις επιλέξει να ζεις. Δεν έχει σημασία πως αυτοπροσδιορίζεσαι Σταύρο Θεοδωράκη. Σημασία έχουν οι επιλογές σου. Και σε αυτό ταιριάζουμε. Είμαστε και οι δυο δεξιοί. Εγώ προσωπικά δεν έχω αμφιβολία πως επέλεξα σωστά. Καλύτερα ήρεμα και τακτοποιημένα παρά να βάζω σκοτούρες στο κεφάλι μου. 

Μόνο καμιά φορά, καθώς πίνω τον καφέ μου το πρωί...κάθομαι και σκέφτομαι και δεν είναι πως αναπολώ τον παλιότερο εαυτό μου. Απλά σκέφτομαι πως ο κόσμος θα ήταν πολύ πιο λίγος, πολύ πιο βαρετός χωρίς τους αληθινούς αριστερούς. Χωρίς δηλαδή αυτούς που ορμάνε σαν τρελοί, εκεί που δεν γνωρίζουν, σε άγνωστες ηπείρους, χωρίς ταυτότητα, χωρίς έθνος, χωρίς φύλο ... αυτούς που γυρεύουν το μέλλον στο σκοτάδι, είτε αυτό είναι προσωπικό είτε κοινωνικό.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Κοιμάμαι νωρίς

Η ζωή μου έχει μπει σε περίεργες ατραπούς τον τελευταίο καιρό. Κατά μία έννοια είναι όλα εντάξει. Πηγαίνω στη δουλειά μου το πρωί, κι έπειτα να φάω και το απόγευμα πάλι δουλειά. Κοιμάμαι νωρίς. Εκτός από τις νύχτες που δεν κοιμάμαι καθόλου...

Μικρός είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο πως πρέπει να ζεις την ζωή σου σαν ένα κερί που καίγεται κι από τις δυο μεριές. Ή εκείνο το ωραίο που έλεγε ο Ρόμπινς πως όλοι ζούμε κοιτώντας τον κόσμο μέσα από ένα σπίτι που καίγεται.

Και για αυτό περιφρονούσα τον πατέρα μου που μου έλεγε πως προέχει το καθήκον. Ξεχνιόμουν στο καθιστικό και ψαχούλευα όλους τους ωραίους δίσκους μου -τα μαύρα γυαλιστερά βινύλια- με τα σπουδαία έργα των συνθετών και τους ρόλινγκ στόουνς κι εκείνος επέστρεφε από την δουλειά με τα ατσαλάκωτα κοστούμια του. 'Έκανες το καθήκον σου;' με ρωτούσε κι εγώ σιχτίριζα και έτρεχα στο δωμάτιο θυμωμένος.

Θα ερχόταν ο καιρός που η ζωή μου θα ήταν δικιά μου σκεφτόμουν τότε. Που θα είχα όλο τον καιρό του κόσμου να την κάψω, να την αποτελειώσω σαν ένα κομμάτι αναμμένο χαρτί.

Το βράδυ ξενυχτούσα κι ονειρευόμουν πως πηδούσα πορνοστάρ και έκανα κοκαΐνη και είχα μεγάλο πουλί που το στρίμωχνα με δυσκολία μέσα στο τζην μου προτού καβαλήσω την χάρλευ μου και φύγω μακριά...

Δεν το γνώριζα τότε. Δεν το υποψιαζόμουν πως η ποίηση είναι ένα ύπουλο πράγμα. Όπως και ο έρωτας έρχεται και σε χτυπάει από εκεί που δεν το περιμένεις. Παραμονεύει στα πιο αθώα πρόσωπα, στις πιο κοινότυπες λέξεις.

Όπως αυτή η φράση ... 'προέχει το καθήκον' ... που νόμιζα πως ήταν μια ανόητη, τυποποιημένη προτροπή. Μια ξερή κουβέντα του μικρόψυχου, μικροαστού πατέρα μου.

Να ας πούμε τώρα. Όπως είπα η ζωή μου έχει πάρει το δρόμο της. Νομίζω πως μπορώ να το πω με σιγουριά. Πηγαίνω στη δουλειά μου το πρωί, κι έπειτα να φάω κάτι στα γρήγορα προτού ξεκινήσω ξανά την δουλειά. Κοιμάμαι νωρίς. Εκτός βέβαια από τις νύχτες που δεν μπορώ να κοιμηθώ καθόλου και κάθομαι και σκέφτομαι ...

... πως πηδάω, αν όχι πορνοστάρ, πάντως κάποια φίλη ή γνωστή και πως κάνω ναρκωτικά...

Σκέφτομαι και καθώς περνάει η ώρα συνειδητοποιώ πια πως εκείνο το προέχει το καθήκον του πατέρα, ήταν πολύ περισσότερο από αυτό που καταλάβαινα τότε. Πως ήταν πιο αληθινό ακόμα κι από αυτά που διάβαζα. Εκείνα μπορεί να μιλούσαν για κάψιμο, όμως αυτό ήταν η ίδια η φωτιά.