Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Ο αγκυλωτός σταυρός

Μια από τις πρώτες αναμνήσεις της ζωής μου είναι να βρίσκομαι στην σκάλα της πολυκατοικίας, μαζί με την μαμά μου και την αδερφή μου. Η μαμά μου φορούσε ένα κοντό φόρεμα και θυμάμαι τα πόδια της κάπως μαυρισμένα από τον ήλιο και την αδερφή μου με ένα σορτσάκι και μια ροζ φανέλα. Θυμάμαι την πόρτα μισάνοιχτη κι ένα δροσερό αέρα να στριφογυρνά παρότι ήταν καλοκαίρι, μάλλον αρχές καλοκαιριού. Το φως γέμιζε τους τοίχους μπαίνοντας από το τζάμι, φτάνοντας στα πόδια μας. Ήταν η πρώτη φορά που θα περπατούσα και δεν θα με κουβαλούσε στο καρότσι.

Θυμάμαι να βγαίνουμε κάποια στιγμή στο δρόμο αφού η μητέρα μου είχε διπλώσει το καρότσι και το είχε βάλει κάτω από τις σκάλες. 'Πόσο χρονών είσαι μωρό μου;' με ρώταγαν οι άνθρωποι στο δρόμο κι εγώ έλεγα εφτά ή οχτώ ... ενώ ήμουν τρία, χωρίς να είμαι και πολύ σίγουρος για το αν αυτό ήταν ψέμα ή αλήθεια. Χωρίς να έχω καν ακόμα ιδέα τι θα πει ψέμα ή αλήθεια.


Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Contradiction


Γεια και χαρα σου Αιγαγρε
που δεν αγαπας τους καμπους !
Τι να τους κανης;
Ο ηλιος σηκωνεται καθε πρωι
αναμεσα στα κερατα σου.

Α. Εμπειρικος Οκτανα

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Δύο Ποιήματα (part 2)

Ι

Με μια τσιμπίδα αρχαιολόγου ξεχωρίζω
Τα χαρτιά μου.
Το πύρινο κεφάλι του φωτιστικού,
Με βοηθά...
Κι έχω ξεχάσει τι θα πει έρωτας. Και δε σε θυμάμαι πια
Κι εσένα.


Ένα βουνό από σκόρπια έγγραφα τα οποία κατέταξα
Με επιμέλεια...μία κούτα για κάθε θέμα. Ακόμα και
Για θέματα τα οποία δε γνωρίζω. Όλα τα έβαλα στη θέση τους.
Και σφράγισα το μυαλό μου. Το κανα να πάψει. Και δε
Ξέρω τι θα πει έρωτας. Και δε σε θυμάμαι πια
Κι εσένα.

Κι έτσι όπως έχω στοιχειώσει. Τώρα που κατάφερα
Να σπρώξω τη βρωμιά κάτω απ’ το χαλί.
Έπειτα από τόσα χρόνια κατάπτωσης. Τόσα χρόνια
παλινωδίας...έπλευσα πια κι εγώ σε κάποια ξέρα. Και δε
Ξέρω τι θα πει έρωτας. Και δε σε θυμάμαι πια
Κι εσένα.

ΙΙ

Έτρωγα μια κρύα σούπα
Με ντόματα στο στέκι όπου
Συνηθίζω να τρώω τα μεσημέρια...
Παρατηρούσα τρώγοντας τους γύρω μου

Ένας κύριος με μια πολύ φανταχτερή γραβάτα
Μου έμοιαζε ολόκληρος –στρουμπουλό σουλούπι-
Με ένα τυλιγμένο δώρο
Ένα μακάβριο δώρο, πράγματι.


voodoo

Πιο πολύ κι από τον καημένο ανθρωπάκο της διπλανής πόρτας που νομίζει πως σηκώνει κεφάλι 

ψηφίζοντας Χρυσή Αυγή αγαπάμε τον μέσο καθημερινό μικροαστό με delusions μεγαλείου που 

μεταθέτει την πικρία του και την απογοήτευση του για την αποτυχία της ζωής του σε ενοχές και 

αγώνες για τα δίκαια της εργατικής τάξης. Του πρώτου του χρωστάμε μια αγκαλιά και μια κουβέντα 

συμπαράστασης. Του δεύτερου την κατανόηση μας και την συγκράτηση των γέλιων μας όταν μας 

γυρνά την πλάτη. 

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Taxi driver

Τις περισσότερες ώρες τις περνούσα, όπως και σε όλες τις πόλεις που έμεινα στη ζωή μου, στη δημόσια βιβλιοθήκη. Ο χώρος είχε μια περίεργη ατμόσφαιρα αιωνιότητας με τις ξεφτισμένες μοκέτες του και τα τρία διαδοχικά διαζώματα φωτισμένα από το κίτρινο φως της οροφής. Στο υπόγειο, το οποίο έβλεπα πάντοτε ψηλά από τις σκάλες, σειρές από ράφια χάνονταν στο βάθος δίνοντας την αίσθηση πως κάποια βιβλία ήταν πολύ επικίνδυνα και για αυτό έπρεπε να κρατηθούν εκατοντάδες μέτρα μακριά, ξεχασμένα στο σκοτάδι .

Πήγαινα εκεί γιατί δεν είχα που αλλού να πάω. Τα γερμανικά δεν τα ήξερα ακόμα καλά και περισσότερο διάβαζα από ψυχαναγκασμό γυρνώντας τις σελίδες χωρίς σκοπό και σημειώνοντας σε ένα τετράδιο μεγάλες λέξεις που μου έκαναν εντύπωση. Μου άρεσαν οι Γερμανοί για πολλούς και διάφορους λόγους. Για τις ατελείωτες σιδηροδρομικές γραμμές τους, για τα πρησμένα πρόσωπα των μέθυσων στις kneipe. Θυμάμαι κοντά στο κεντρικό σταθμό το τριώροφο sex shop της Beathe Ushe με τους πολύχρωμους δονητές στη βιτρίνα. Θυμάμαι τα τρένα να έρχονται και να φεύγουν και να αποβιβάζονται τα golden boys του χρηματιστηρίου. Όταν ο συρμός απομακρυνόταν πάνω στο τοίχο διάβαζες HEROIN UBER ALLES. Ήταν η πόλη της ειλικρίνειας η Φρανκφούρτη.

Καθόμουν λοιπόν στην βιβλιοθήκη και γυρνούσα τις σελίδες χωρίς να βγάζω άκρη και τις μέρες του κρύου θα ερχόταν και κάποιος άστεγος να κάτσει στο θρανίο κρατώντας ένα βιβλίο δήθεν πως διαβάζει για να ζεσταθεί. Με λύπη μου διαπίστωνα πως οι πραγματικοί άστεγοι, σε αντίθεση με αυτούς που είχα γνωρίσει στα βιβλία και τον κινηματογράφο στερούνταν οποιασδήποτε γοητείας, πως δεν ήταν οι ρακένδυτοι σοφοί γέροντες των παραμυθιών. 

Τους έβλεπα να περιμένουν με το βιβλίο ανοιχτό στο θρανίο και να αποκοιμιώνται μέσα στο λίκνο της μυρωδιάς σαν βρέφη, κλείνοντας τα μάτια έστω και για λίγα λεπτά. Και μετά θα ερχόταν κάποιος φιλότιμος υπάλληλος να τους σηκώσει ευγενικά για να φύγουν εκτός κι αν αντιστέκονταν οπότε τους έλεγε πως θα φωνάξει την αστυνομία. 

Στην Γερμανία έζησα τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα, έγραψα το πρώτο μου διήγημα το οποίο όπως και τα περισσότερα το πέταξα στα σκουπίδια κι έκανα την πρώτη μου απόπειρα αυτοκτονίας η οποία ευτυχώς εξελίχθηκε σε φιάσκο. 

Στη ζωή μου πάντα παρέκκλινα από την σίγουρη πορεία μου προς το θάνατο με κάποιο τέτοιο γελοίο ατύχημα ή σύμπτωση. Ας είναι. Καθόλου όλα αυτά δεν άλλαζαν το πως ένιωθα μέσα μου. Το πάθος μου, τα πυρετικά βράδια μου που σκεφτόμουν τι θα απογίνω αν την χάσω. Είναι ενός είδους κόλαση ο αληθινός έρωτας, ιδίως αν είσαι νέος. Όποιοι δεν με καταλαβαίνουν το πιο πιθανόν είναι πως δεν έχουν ερωτευτεί αληθινά. Όλος ο κόσμος, η κάθε κίνηση του, ο χρόνος που περνούσε, κάθε μικρή αλλαγή στο στερέωμα ήταν μια απειλή για την ζωή μου. Τα πράγματα έπρεπε να μείνουν όπως ήταν. Να μείνουμε εγώ κι αυτή μαζί. Για πάντα.

Μόνο καταφύγιο από τον βάναυσο κόσμο έβρισκα εκεί στην βιβλιοθήκη. Εκεί είχε σταματήσει ο χρόνος. Εκεί ήμουν ασφαλής. Ανάμεσα στα φαγωμένα χάρτινα εξώφυλλα των Βιπερ και τους δερμάτινους τόμους των παραπεταμένων εγκυκλοπαιδειών, ανάμεσα σε όλες τις ιστορίες που θα μπορούσαν να ειπωθούν, τις βαρετές χιλιογραμμένες ζωές των λογοτεχνικών ηρώων. Εγώ και οι άστεγοι άντε και ίσως κάποιος που είχε χάσει προσφάτως την δουλειά του και έψαχνε τώρα με γυρισμένο μάτι σε new age φυλλάδες την λύση. Τέτοιοι ήμασταν οι θαμώνες των δημόσιων βιβλιοθηκών.

Θυμάμαι μια μέρα, μέσα στην έπαρση μου -θεωρούσα πως ήμουν ο διανοούμενος της παρέας- είχα πιάσει ένα βιβλίο του Κάφκα να διαβάσω. Τα Γράμματα στην Μιλένα. Ένας Θεός ξέρει τι είχα στο μυαλό μου κι έπιασα αυτό το ανυπόφορο βιβλίο που ακόμα και στα ελληνικά είναι ψυχοβγάλτης με τον Κάφκα να λέει και να ξαναλέει για τις ερωμένες και τις αρραβωνιαστικιές του. Θυμάμαι πως κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος. Κάτι έλεγε στο βιβλίο για αγγέλους. Την θυμάμαι την λέξη Engel.Ίσως να ήταν η Μιλένα ο άγγελος. Και κάτι για τις δαιδαλώδεις μεγαλουπόλεις και για τον ίδιο τον Κάφκα που ένιωθε ένα πιόνι πιονιού...

Κοιμήθηκα και θυμάμαι ακόμα την ενάργεια εκείνου του ονείρου που είδα και η αλήθεια είναι πως ίσως να μην το συγκρατούσα αν ο υπάλληλος δεν με ξυπνούσε φωνάζοντας από πάνω μου την λέξη Griecher. Στο όνειρο ήμουν πάλι στην βιβλιοθήκη στον πρώτο όροφο μόνο που μπορούσα να δω κάτω στο ισόγειο την τζαμαρία. Μια κοπέλα χτυπούσε με πάθος το τζάμι. Το πρόσωπο της παραμορφωμένο από κάποιο φόβο που και η ίδια δεν είχε φανταστεί πως είναι δυνατόν να υπάρχει. 'Hallo ist da jemand?' άκουγα την φωνή της μέσα από το τζάμι

Έτρεξα κάτω και βγήκα στο δρόμο να την συναντήσω. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα κι είχε λεπτά δάχτυλα που ήθελα να τα φιλήσω. Μου είπε πως την έλεγαν Μιλένα και πως χρειάζεται την βοήθεια μου γιατί ο αγαπημένος της της έχει γράψει ένα γράμμα όμως δεν την αφήνουν να περάσει μέσα να το παραλάβει. Έτρεξα πίσω στην βιβλιοθήκη κατέβηκα στο υπόγειο στο τομέα με τα βιβλία του Κάφκα, πήρα το βιβλίο 'γράμματα στην Μιλένα', το δανείστηκα στο γκισέ και βγήκα έξω να της το δώσω. Μου είπε πως δεν ήξερε πως να με ευχαριστήσει και πως αυτό ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για μένα. Άνοιξα τα χέρια μου και μου γέμισε τις χούφτες ένα σωρό φωτεινά, ολόχρυσα νομίσματα. 'Αν σου κλέψουν την αγάπη σου, με αυτά θα την αγοράσεις πίσω' μου είπε.

Αυτό ήταν το όνειρο και παρότι είχα τις ενστάσεις μου για το πως γίνεται μια ηρωίδα του Κάφκα να εμφανίζεται ως νεράιδα το πίστεψα σαν ένα αληθινό σημάδι από τον Θεό ή τέλος πάντων από κάποιον, τον οποιοδήποτε, προστάτη του έρωτα. Παρ' όλα αυτά συνέχισα να ζω το ερωτικό μου μαρτύριο, καυγαδίζοντας και κλαίγοντας όλα τα βράδια πάνω από την αγάπη μου...

Η πορεία μας ήταν βέβαια χωρίς επιστροφή. Λίγους μήνες μετά θα χωρίζαμε με ακόμα περισσότερα δάκρυα από μένα κι ακόμα περισσότερα νεύρα από αυτήν. Εκείνη θα επέστρεφε στην Ελλάδα για να ηρεμήσει κι εγώ θα συνέχιζα να περνάω τις ώρες μου στη βιβλιοθήκη, έχοντας μάθει πια να διαβάζω καλύτερα τα γερμανικά. Στην αρχή δεν είχαμε καμία επικοινωνία, όμως μετά αρχίσαμε να μιλάμε και πάλι στο τηλέφωνο. Με νοιαζόταν, την νοιαζόμουν έλεγα. Διάολε τόσα είχαμε περάσει μαζί. Σε μια από αυτές τις συζητήσεις, επαναλαμβάνοντας βέβαια πως με αγαπάει, μου εξομολογήθηκε πως εκείνη είχε προχωρήσει με την ζωή της και πως είχε βρει ένα νέο σύντροφο. Με παρακάλεσε μάλιστα να μην γελάσω γιατί το αγόρι της ήταν οδηγός ταξί κι εγώ την διαβεβαίωσα πως δεν το έβρισκα καθόλου αστείο και πως δεν είχα τέτοιες κοινωνικές προκαταλήψεις. 

Κατέβασα το ακουστικό κι ύστερα από τις πρώτες μαύρες σκέψεις θυμήθηκα την Μιλένα και τα ατελείωτα χρυσά της κέρματα κι ένιωσα πολύ ικανοποιημένος με την επιλογή του νέου συντρόφου γιατί σκέφτηκα πως όπως και να 'χει ένας οδηγός ταξί θα έχει ανάγκη τα ψιλά. 

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Μολιέρος



Αν μου χαρίσει το Παρίσι,
ο βασιλιάς με το σκοπό
παντοτινά να με χωρίσει
απ' την γυναίκα που αγαπώ
αλλού θα του λεγα να ορίσει
και να κρατήσει το Παρίσι
κι εγώ κρατώ αυτή που αγαπώ


Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Κείμενο για τις φωτογραφίες του Σ.

Μία μέρα θα εγκαταλείψει κι ο Σατανάς την πολιτεία του, θα απηυδήσει με τα μάταια πλάνα του για καταστροφή, θα αναγουλιάσει το σκότος, το αίμα και θα ζητήσει πάλι το Θεό.

Θα έχουν ανοίξει τότε οι πύλες τις κολάσεως και όπου φύγει φύγει οι αμαρτωλοί,. Έπειτα θα σβήσουν τα καμίνια, οι βασανιστές θα βγάλουν την κουκούλα. Και το μαρτύριο της χθόνιας κάψας θα μετουσιωθεί σε ένα καλοκαίρι όπως όλα τα άλλα .

Θα διέρχεται ο καμπούρης με το καρότσι του την Αχερουσία προσφέροντας και κεράσια, και παγωτό και, αφεψήματα κι ότι άλλο ήταν κάποτε η αφορμή ενός άμετρου πόθου.

Και πράγματι θα μοιάζει πια στα σπλάχνα της η άλλοτε τρομερή κόλαση με ετούτο εδώ το καφενείο. Δυο τεμπέληδες στο μέσα τραπέζι και καμιά παλιόγρια όπως εγώ να πίνει τον καφέ … οι στερνοί οπαδοί σου Σατανά’ 

Δύο Ποιήματα


Ι

Αν δεν έπεφτα ξερός
Με τα παπούτσια στο κρεβάτι
Ίσως να έκανα ρομαντικά όνειρα
Με τη σκέψη σου


Να, θα σε πήγαινα
Πρωί
Σε κεντρικό καφέ να καπνίσουμε
Κι έπειτα σπίτι να καταπιώ
Όλο το χρυσό απ’ το στόμα σου


Αν δεν έπεφτα ξερός και ξοφλημένος
Με τα παπούτσια στο κρεβάτι



ΙΙ

Ξαγρυπνάω το βράδυ κι είναι λάθος
Γιατί κουράζομαι και ταλαιπωρούμαι
Αλλά όταν μου λείπεις...
Δε μπορώ να κάνω κάτι.


Πολλές φορές απέφυγα ένα τροχαίο
Με τις φοβερές ιδέες μου, τα νοήματα
Τα μη, τα ναι, τα κατάλληλα τα ρήματα
Αλλά όταν μου λείπεις...
Δε μπορώ να κάνω κάτι.

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Λυπάμαι ... κερδίσατε

Για όσους γράφουν, το οτιδήποτε με αξιώσεις, όποιες τέλος πάντων κι αν είναι αυτές, είναι γνωστό πως ο ανταγωνισμός είναι ένα μεγάλο κομμάτι αυτής της ιστορίας. Η κλίμακα ξεκινάει από χαριτωμένες φιλοφρονήσεις, περνάει από σκωπτικά και εξυπνακίστικα σχόλια με σηκωμένο φρύδι και καταλήγει σε ξεκατινιάσματα του απόλυτου λουμπεναριού. 

Θεμιτά όλα αυτά. Άλλωστε τι παραπάνω είναι ο πολιτισμός από μια αφαίρεση και μια επανάληψη των πιο κοινών ενστίκτων σε ένα υπερβατικό επίπεδο. Γινόταν και θα γίνεται πάντα. Το έκαναν οι αρχαίοι και Ρωμαίοι και Έλληνες ξεφτιλίζοντας ο ένας τον άλλο στα δράματα τους. Γινόταν στο Μεσαίωνα, στην Αναγέννηση. Το έκανε ο Μολιέρος, ο Καζανόβα, ο Πάουντ, ο δικός μας ο Καρυωτάκης, ο Τζόυς ... μέχρι και ο Τζον Λένον και φυσικά το εξέλιξαν σε μια ωραιότατη τέχνη με τους δικούς της εσωτερικούς κανόνες και μιαν άγρια ομορφιά οι ποιητές της Hip-Hop με το περιβόητο dissing. 

Η ποίηση -ως δημιουργία- είναι σαν τον έρωτα. Δεν φουντώνει στο κενό. Και κάτι άλλο. Ακόμα και στις πιο ακριβές στιγμές της, όπως και ο έρωτας, κατά βάθος είναι βία και αγώνας. Πολλοί το αγνοούν αυτό γιατί νομίζουν πως με τις τέχνες γίνονται καλύτεροι άνθρωποι από τους υπόλοιπους. Όμως έτσι είναι τα πράγματα. Γεννηθήκαμε σε έναν κόσμο αντιφατικό όπου αυτό που σε εξυψώνει μπορεί την ίδια στιγμή να σε κάνει και τον μεγαλύτερο μαλάκα.

Από όλα τα γνωστά rivalries μεταξύ διανοουμένων το πιο όμορφο κατά την γνώμη μου, είναι αυτό του Σέξπηρ στα σονέτα του. Ενέχει μια διαύγεια και μια ειλικρίνεια η σκέψη του Σέξπηρ που είναι απαράμιλλη στην ανθρώπινη γλώσσα. Με δυο τρεις απλές κουβέντες κοιτάζει πίσω από τα φαινόμενα και αντί να αναλωθεί σε γελοίες επιτιμήσεις και καυχήματα όπως οι περισσότεροι, μιλάει αυθεντικά και με τόλμη για τον εαυτό του. Στην ουσία βγαίνει ηττημένος από την ποιητική κόντρα. Να ένα παράδειγμα από τα σονέτα που αφιέρωσε ο Σέξπηρ σε ένα όμορφο νεαρό ευγενή για τον οποίο έγραφαν κι άλλοι πιο φημισμένοι και φτασμένοι ποιητές της εποχής.  

Was it the proud full sail of his great verse,
Bound for the prize of all too precious you,
That did my ripe thoughts in my brain inhearse,
Making their tomb the womb wherein they grew?
Was it his spirit, by spirits taught to write
Above a mortal pitch, that struck me dead?
No, neither he, nor his compeers by night
Giving him aid, my verse astonishèd.
He, nor that affable familiar ghost
Which nightly gulls him with intelligence,
As victors of my silence cannot boast.
I was not sick of any fear from thence;
  But when your countenance filled up his line,
  Then lacked I matter, that enfeebled mine.


Είναι δύσκολο ποίημα στα αγγλικά. Θα προσπαθήσω να το μεταφράσω περιγραφικά. Ο ποιητής ξεκινάει παρομοιάζοντας την ποίηση του αντίπαλου ποιητή σαν μια μεγάλη δυνατή γαλέρα.

The proud full sail. 

Μια πλεύση που ξεκινάει για να κατακτήσει, να κερδίσει το έπαθλο -και οικονομικό και καλλιτεχνικό- της εύνοιας του αριστοκράτη. Αντιθέτως ο Σέξπηρ πάσχει από συγγραφικό μπλοκ. Οι σκέψεις που είχε για να γράψει  έχουν μπει στην νεκροφόρα και πάνε για πέταμα. 

The ripe thoughts in my brain inhearse. 

Αναρωτιέται λοιπόν. Φταίει η ομολογούμενη σπουδαιότητα του αντίπαλου ποιήματος που τον έκανε να χάσει την δύναμη του να γράψει. Μήπως το πνεύμα του ανταγωνιστή ποιητή, πνεύμα ευνοημένο από τους Θεούς με ταλέντο να γράφει πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις. 

Was it his spirit, by spirits taught to write above a mortal pitch, that struck me dead?

 Ή μήπως η εύνοια των ομότεχνων του. Ο Σέξπηρ υπονοεί πως ο αντίπαλος του ανήκει σε κάποια λογοτεχνική κλίκα όπου ο ένας υποστηρίζει και κολακεύει τον άλλο. 

Nor his compeers by night, giving him aid. 

Ή μήπως εν τέλει φταίει κάποιος μηχανορράφος πληροφοριοδότης που τον συμβουλεύει -πάλι υπόνοιες για ευνοϊκή μεταχείριση στην οποία συμβάλλουν κακές γλώσσες-. 

nor that affable familiar ghost
Which nightly gulls him with intelligence

Όχι αποφαίνεται τίποτα από όλα αυτά δεν φταίει που έχει χάσει το κουράγιο του να γράψει. Και μας εξηγεί στην volta, στις δύο τελευταίες δηλαδή στροφές, πως αυτό που τον κατέβαλε ήταν η ίδια η εύνοια του νεαρού ευγενή. Όταν είδε πως εκείνος αναγνωρίζει και αγαπάει το ποίημα του αντιπάλου, όταν είδε μια προσωπική στήριξη από εκείνον στον εχθρό, τότε ένιωσε αδύναμος κι ανίκανος να γράψει.

But when your countenance filled up his line ...

Παραδέχεται λοιπόν την ήττα του έστω και με μερικά υπονοούμενα και κρυφές μπηχτές, οι οποίες ωστόσο συμβάλλουν περαιτέρω στην αυθεντικότητα του ισχυρισμού του. Δεν είναι πως γράφω καλύτερα ομολογεί, ούτε πως αξίζω κάτι παραπάνω. Απλά ... το μόνο που ζητώ είναι την εύνοια σου. Εσύ που είσαι το αντικείμενο της τέχνης μου έχεις περισσότερο αξία από το ίδιο το γραπτό μου, του εξηγεί.  Αφοπλιστική ειλικρίνεια. Αυτός ο συλλογισμός ταιριάζει με την γενικότερη εμμονή του Σέξπηρ για την λειτουργία της λογοτεχνικής γλώσσας η οποία θα πρέπει να είναι σχεδόν άφαντη ώστε να καθρεφτίζει τα αντικείμενα όπως είναι. Αυτός είναι ο μνημειώδης ρεαλισμός του. 

Φυσικά αυτά που πετυχαίνει είναι πολλά περισσότερα από ένα εξαιρετικό ποίημα ψυχολογικής παραποίησης. Στην ουσία σε αυτές τις λίγες γραμμές προοιωνίζεται τους αιώνες που θα ακολουθήσουν με τους κάθε λογής καταραμένους ποιητές. Από τον Blake και τα προφητικά παραληρήματα του, μέχρι τον εσωτερικό και πικρόχολο μονόλογο του Κάφκα. Μην ξεχνάμε πως ζει στις απαρχές του σύγχρονου κόσμου και οσφραίνεται τις αλλαγές που θα ακολουθήσουν. Για αυτό και είτε άθελα του είτε ηθελημένα μας δείχνει πως το γράψιμο από εδώ και στο εξής θα είναι η τέχνη των αποτυχημένων.