Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Ο Κοραής και η μαϊμού

Είναι πολύ ωραία η συζήτηση που γίνεται για την ιστορία και τις αλήθειες της επανάστασης του 21. Υποθέτω πως ένας λαϊκισμός υπάρχει και στις δύο τις μεριές -και σε αυτούς που υπερασπίζονται τις παραδοσιακές θέσεις και σε αυτούς που θέλουν να τις ανατρέψουν- καθώς προσπαθούν να συμπτήξουν πολύπλοκα και σύνθετα γεγονότα μέσα σε μερικές γραμμές για να γίνει κουβέντα.

Όπως και να έχει είναι δύσκολο να καταπιάνεσαι με τέτοια ζητήματα. Αλλά έχει ενδιαφέρον πως αυτά τα ζητήματα μας απασχολούν ακόμα γιατί είναι προφανές πως διανύουμε ακόμα την εφηβική μας ηλικία σαν έθνος, προσπαθώντας να καταλάβουμε ποιοι στο καλό είμαστε, τι σόι άνθρωποι ήταν οι πρόγονοι μας, καλοί ή κακοί, έξυπνοι ή ηλίθιοι κτλ. Κοιτιόμαστε διαρκώς στον καθρέφτη, ασχολούμαστε με την ακμή μας, μας κατατρέχουν ανασφάλειες, και παρόλα τα λάθη μας και τις απογοητεύσεις μας, η στύση μας είναι ακόμα εκεί ... ανικανοποίητη κι ακατανίκητη όσες φορές κι αν προσπαθήσαμε να την ηρεμήσουμε με ιστορίες για Μεγαλέξανδρους και άλλα ιστορικά πορνό.

Το βέβαιο είναι πως οι αφηγήσεις υπάρχουν για να σε βοηθούν να καταλάβεις το ποιος είσαι ή ακόμα καλύτερα για να το εξελίξεις. Και σε αυτό τον τομέα το παραδοσιακό ιστορικό μοντέλο που έχει τις ρίζες του στον Αδαμάντιο Κοραή και στην σκληροπυρηνική του άποψη για τους Ευρωπαίους Έλληνες είναι ελαττωματικό.

Είναι γεγονός πως η εθνική μας επανάσταση ξεκίνησε κατά κύριο λόγο από τις παραινέσεις και τους οραματισμούς της διασποράς των πλούσιων ελλήνων εμπόρων στα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα. Αν δεν κάνω λάθος η Φιλική Εταιρεία στην ακμή της, λίγο πριν την επανάσταση, όταν αριθμούσε πάνω κάτω 1000 μέλη δεν είχε στις τάξεις της πάνω από 6 χωρικούς την πιο μεγάλη πληθυσμιακά ομάδα Ελλήνων. Αυτό σημαίνει πως η επανάσταση εξ' αρχής κουβαλούσε μέσα της έναν διχασμό ... οικονομικό, κοινωνικό μα πάνω από όλα πολιτισμικό. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος που φτιάχτηκε αμέσως μετά, είτε θέλουμε να το λέμε προτεκτοράτο -που δεν είναι ακριβής όρος- είτε θέλουμε να το βλέπουμε ως ένα από τα πολλά εθνικά ευρωπαϊκά κράτη που συστάθηκε ως τέτοιο μέσα από μια αστικού τύπου επανάσταση, ήταν ένα κράτος που είχε ελάχιστες αναφορές στον ίδιο τον πληθυσμό του.

Ο διχασμός αυτός είναι έκδηλος σε όλη την σύντομη ιστορία μας. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα του βέβαια η ίδια η θεωρεία του Κοραή που κι ο ίδιος αναθεώρησε βλέποντας πως η εξέγερση των Αρχαίων Ελλήνων -που όπως πίστευε είχαν επιβιώσει μέχρι τις μέρες του- από τον ζυγό των βάρβαρων Τούρκων ήταν περισσότερο μέσα στο κεφάλι του παρά εκεί έξω. Η επανάσταση θα έπρεπε να γίνει πολύ αργότερα θα έλεγε στην δύση της ζωής του. Οι Έλληνες δεν ήταν ακόμα έτοιμοι. Δεν είχαν μορφωθεί αρκετά. Εκφυλισμένοι από χρόνια δουλείας είχαν χάσει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό τους και έμοιαζαν πολύ περισσότερο με τους Τούρκους ή άλλους βάρβαρους βαλκάνιους παρά τους αρχαίους προγόνους τους. Κάπως έτσι την είχε πατήσει και ο Μπάυρον που στον Δον Χουάν του αναφέρει γλαφυρά και κωμικά την απόσταση των αρχαίων Ελλήνων από τους σύγχρονους Έλληνες, ο οποίος όμως είχε περισσότερη ψυχή και πάθος να δει πέρα από την εποχή του και τις προκαταλήψεις της, ανακαλύπτοντας έτσι το ελληνικό πάθος για το οποίο ακόμα και τώρα -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων-, οι δικοί μας διανοούμενοι και καλλιτέχνες έχουν άγνοια.

Είναι ο ίδιος διχασμός που διαφάνηκε μέσα από το γλωσσικό ζήτημα, τον κατατρεγμό του μπουζουκιού, τον εμφύλιο, το άνοιγμα του  ΠΑΣΟΚ στις αγροτικές περιφέρειες ...

Εκατόν πενήντα χρόνια και βάλε μετά ακόμα παλεύουμε να σκοτώσουμε τον ίδιο δράκο που μας τρόμαξε εξ' αρχής. Τον εαυτό μας.

 Την μια χορεύουμε στα τραπέζια τσιφτετέλια, φέρνουμε πεσκέσια στους πολιτικούς, επαναστατούμε για το κοντοσούβλι και την άλλη ξεσκιζόμαστε στα μεταπτυχιακά -η στοιχειωμένη προτροπή του Κοραή για περισσότερη μόρφωση-, τραγουδάμε στα αγγλικά, και φτιάχνουμε ακατανόητες στραγγαλιστικές αβάν γκαρντ ταινίες . Δεν έχει περάσει ένα εξάμηνο που διάβαζα έναν αρθρογράφο να λέει πως άκουσε μπουζούκι και δεν τον πείραξε όπως συνήθως γιατί δεν ήταν βάρβαρο αλλά γλυκό σαν μαντολίνο.

 Αυτό που ήθελα να πω είναι πως πέρα από την ιστορική πραγματικότητα υπάρχουν και οι συνήθειες και τα ελαττώματα και τα πάθη που έχει ο κάθε λαός. Δεν ξέρω πόσο αξία έχουν όλα όσα μας μαθαίνουν στο σχολείο, αν εν τέλει μας κάνουν καλό ή κακό. Μάλλον τείνω να πιστεύω το δεύτερο.

Μια μικρή παρένθεση. Διάβαζα κάπου πως ο Πρινς αυτός ο κοντούλης βρικόλακας της σόουλ και της φανκ ταξίδεψε στην Πορτογαλία για να μάθει από πρώτο χέρι για το fado γιατί τον έχει εντυπωσιάσει. Είναι πολύ σπουδαίο να έχεις την ταυτότητα σου. Είναι μοναδικό ... να είσαι ξεχωριστός. Ας σκεφτούμε που πήγαν τα δικά μας λαϊκά και ρεμπέτικα.

Έχω την εντύπωση πως αυτό το σαράκι του Κοραή, αυτός ο κλασσικισμός του 19ου αιώνα που τον κουβαλάμε μέχρι τις μέρες μας, μας έχει ρημάξει ότι περίεργο και ιδιαίτερο έχουμε σαν λαός. Αμέτι μουχαμέτι να γίνουμε Ευρωπαίοι, λες και οι Ευρωπαίοι είναι ένα ενιαίο, ομοιογενές πράγμα. Όταν ήμουνα μικρός θυμάμαι πως αυτή η προσπάθεια συνοψιζόταν στο να οδηγάς ακριβά γερμανικά αμάξια και να πίνεις ουίσκυ. Τώρα το ρίξαμε στην κουλτούρα και την πολιτική θεωρεία, αμάσητη όπως μας έρχεται.

Έχουμε όντως εφηβικά σύνδρομα. Μια μανία, να γίνουμε αποδεκτοί, να μιμηθούμε τους δυνατούς ακόμα κι αν κατά βάθος μας είναι αντιπαθείς. Υπάρχει βέβαια και η χαριτωμένη όψη της νεοελληνικής νοοτροπίας. Όπως εκείνη η φωτογραφία της μαϊμούς ... που κάθεται σε ένα γραφείο και διαβάζει με γιλέκο και γυαλιά ...

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Οι Τρεις Σωματοφύλακες

Τα τελευταία τρία χρόνια συνηθίζω να διαβάζω τις σελίδες 20 και 21 του κυριακάτικου φύλλου της Καθημερινής . Ξεκίνησε σαν μια προσπάθεια να ωριμάσω σαν άντρας. Ήταν εκείνη η εποχή που είχα κουραστεί να προσπαθώ να βρίσκω διαφυγή από τους καταραμένους έρωτες και τα ξενύχτια του Σαββατόβραδου γράφοντας ποιήματα για κιλότες και ακούγοντας κλασσική μουσική. Και πράγματι η Κ. ήταν μια σωστή επιλογή.  Ιδίως εκείνοι οι τρεις αρθρογράφοι ... ο Αλέξης (Παπαχελάς), ο Πάσχος (Μανδραβέλης) κι ο Χρήστος (Γιανναράς) ... με αγκαλιάσανε και με καλμάρανε σαν δυνατό αντικαταθλιπτικό.

Όλες αυτές οι ιστορίες τους για το αναποτελεσματικό κράτος, για την διαφθορά και τον νεποτισμό των δημόσιων λειτουργών ... για την απόσταση μας από την δύση... Εκείνη η εμμονή του Χρήστου με την Ελληνική σκέψη που έχει κοινωνική ή πιο σωστά κοινοτική κι όχι ατομιστική βάση σε αντίθεση με των κακών δυτικών και τον τρισκατάρατο υλισμό τους. Τι ωραία λόγια. Ή τα κείμενα του Αλέξη τον οποίο βέβαια είχα δει ήδη στην τηλεόραση και είχα διαπιστώσει πως έχει ένα εντυπωσιακό -μεγάλο- κεφάλι, που ξεχωρίζει για το λεπτό μειδίαμα στην άκρη των χειλιών. Έμοιαζε τόσο γνωστικό και στιβαρό και ασήκωτο, ξεφωνίζοντας τόσα πράγματα για τις διεθνείς γεωπολιτικές σχέσεις και τον ρεαλισμό της πολιτικής και για το πως Ρώσοι και Αμερικάνοι και Ισραηλινοί παίζουν παιχνίδια -πάντα- κάτω από το τραπέζι. Και τι να πεις για τον Πάσχο, τον οποίο δυστυχή πρόσφατα λοιδόρησαν πάλι και του στραπατσάρησαν το αμάξι κάτι ανόητοι θερμοκέφαλοι επειδή έχει το θάρρος και την επιμονή να στηλιτεύει και να υπογραμμίζει αιχμηρά τις παθογένειες της νεοελληνικής νοοτροπίας. 

Όπως και οι περισσότεροι Έλληνες και σε ένα βαθμό και οι περισσότεροι άνθρωποι στη νεότητα μου αναζήτησα κι εγώ έναν καλύτερο κόσμο. Συντέλεσαν βέβαια και οι καταβολές μου. Μεγάλωσα μέσα στις κεντρικές επιτροπές του Κ.Κ. που οι διάφοροι σύντροφοι -που στα παιδικά μου μάτια είχαν διαστάσεις γιγάντων- ξεφυσούσαν αρειμανίως τα τσιγάρα τους και μιλούσαν με ζεστές φωνές σαν μέλη πειρατικού πληρώματος. Θυμάμαι αμέτρητα φθινοπωρινά απογεύματα την μητέρα μου να με τραβάει από το χέρι μέσα σε πνιγηρές αίθουσες όπου οι ίδιοι μουστακαλήδες σύντροφοι ετοιμάζαν τα πανό και τις ντουντούκες τους για την επόμενη πορεία. Διάβασα από μικρός επαναστατικά κείμενα και πίστεψα πως είναι λογικό και -το πιο σημαντικό- είναι πολύ όμορφο να αγωνίζεσαι για περισσότερη δικαιοσύνη και να πιστεύεις στο μέλλον σαν κάτι φλογερό και συνταραχτικό. Ακόμα και όταν έφαγα τα μούτρα μου γνωρίζοντας από κοντά πόση μικροψυχία και μικροπρέπεια αλλά και πόση υποκρισία μπορεί να κρύβεται στην ψυχή όλων αυτών των 'συντρόφων' που τόσο θαύμασα σαν παιδί, διαφύλαξα μέσα μου μια πίστη στην ανατροπή. Έτσι ήμουν. Απεχθανόμουν την ασφάλεια. Σε όλες τις επιλογές μου και τις επαγγελματικές μου αλλά πιο πολύ και στις συναισθηματικές μου. Απεχθανόμουν την λογική, την σύνεση. Με ήθελα να βασανίζομαι πρωί βράδυ. Να κάνω λάθη, να πηγαίνω μακριά από κάθε τι δεδομένο και προκάτ. Ακόμα και από την ίδια την ταυτότητα μου ως αρσενικού. Αγάπησα την έκλυση. Τον παράνομο έρωτα, την στεναχώρια, το μεθύσι, την σύγκρουση. Μίσησα την οικογένεια, το σχολείο, τις καθώς πρέπει κοπέλες, τον ίδιο τον Θεό και το κατασκεύασμα του. Θυμάμαι ένα βράδυ σε μια μακρινή χώρα πόσο ευτυχισμένος ήμουν όταν μαζί με μερικούς φίλους μου κατουρούσαμε μέσα στο ψύχος και το πηκτό σκοτάδι στην πόρτα μιας μεγάλης αριστοκρατικής έπαυλης κάτω από τον βαρυσήμαντο σιδερένιο θυρεό της.

Θεωρούσα τότε, μέσα στη νεανική μου αφέλεια, πως τα πιο σημαντικά πράγματα για τα οποία άξιζε να ζει κανείς ήταν τα πιο απλά, όπως ας πούμε το να τρίβεται μια γάτα στα πόδια σου ή να πίνεις νερό όταν διψάς πολύ ... Έφτιαξα τον δικό μου κομμουνισμό, τον κομμουνισμό των ηλιθίων. Και θα μας χωρούσε όλους, ανεξάρτητα από έθνος ή φυλή ή φύλο και δεν θα είχε καθόλου υποχρεώσεις και καθόλου προνόμια πέρα από μια αδιαπραγμάτευτη συνθήκη ... να υπάρχεις ... όπως είσαι ότι κι αν είσαι ... γνωρίζοντας πως αργά ή γρήγορα θα σε τελειώσει ο θάνατος. 
Κι όμως μια μέρα ξύπνησα από τις καθιερωμένες σαββατιάτικες εξορμήσεις μου κι είπα φθάνει ως εδώ. Με είχαν κουράσει, με είχαν εξολοθρεύσει οι αδιέξοδοι έρωτες, οι συναισθηματικές ακροβασίες, η διαρκής αμφισβήτηση και το ξεσκέπασμα της ομορφιάς της ζωής σαν ένα κοινότοπο και 'ζαχαρωμένο' διαφημιστικό σποτ. Ήθελα να ηρεμήσω, να κατασταλάξω. Και πιο πολύ ήθελα να κοιμηθώ. 

Άνοιξα μια Καθημερινή στις σελίδες 20 και 21 και άφησα τον εαυτό μου να γνωρίσει χωρίς προκαταλήψεις έναν διαφορετικό κόσμο. Τον κόσμο του Χρήστου, του Αλέξη και του Πάσχου. Έπρεπε να μάθω να σκέφτομαι πια διαφορετικά, πιο ορθολογιστικά αλλά και πιο ανατρεπτικά με έναν διαφορετικό τρόπο. Ο δικός μου ήταν ξεπερασμένος. 

Κατά αρχάς οι εξουσίες δεν ήταν εν γένει κακό πράγμα. Υπήρχαν εκεί έξω από πάντα και μέλημα μας ήταν να διαλέξουμε να ακολουθήσουμε την πιο συμφέρουσα για εμάς. Αυτά σύμφωνα με τον Αλέξη που ήταν φιλοδυτικός. Δεύτερον. Οι ανθρώπινες απώλειες έπρεπε να λογαριάζονται σχετικά. Το προσωπικό δράμα κάποιων ανθρώπων που χάνουν την δουλειά τους έχει λίγη σημασία αν αυτό συντελεί στην προώθηση της επιχειρηματικότητας και την ανάπτυξη. Αυτό το μοντέλο έχει επικρατήσει στον κόσμο και είναι το πιο πετυχημένο και σχετικά το πιο δίκαιο. Το να προσπαθήσουμε να απαλλάξουμε τους fat cats που θα λέγανε και οι Άγλλοι, δηλαδή τους πλούσιους και τους ισχυρούς από τα προνόμια τους δεν θα είχε κανένα όφελος, γιατί είδαμε που κατάντησαν και οι σοβιετικοί που το έκαναν πράξη. Αυτά σύμφωνα με τον Πάσχο. Και τρίτο και καλύτερο. Το Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια δεν είναι κάτι κατ' ανάγκην κακό. Την μεγαλύτερη αξία την έχει ο νοικοκύρης, που τον έχουμε παραμελημένο, αυτός που κοιτάει την δουλειά του και ιδιωτεύει χωρίς να πολυσκοτίζεται αν παραδίπλα ψοφάνε από την πείνα και την κακουχία, οι μετανάστες και οι πρόσφυγες. Ιδίως αν είναι μακρινοί Πακιστανοί, καθόλου δηλαδή Έλληνες. Το ηθικό του Έλληνα νοικοκύρη μπορούμε μάλιστα να το αναπτερώνουμε θυμίζοντας του πως είναι απόγονος -έστω κι αν δεν μπορούμε να το αποδείξουμε- των αρχαίων και των σπουδαίων βυζαντινών, και λέγοντας του πως η εκκλησία της διαφθοράς και της φαυλότητας -ένας οργανισμός που εμπορεύεται τον φόβο και τις ενοχές- υπήρξε κάποτε πολύ καλύτερη, φορέας φιλοσοφικής ενατένισης, συνεχιστής της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και πως αν προσπαθήσουμε θα μπορούσαμε να την κάνουμε και πάλι έτσι. Αυτά σύμφωνα με τον Χρήστο. 

Με λίγο λόγια ο κόσμος είναι καλύτερος έτσι όπως είναι και μέλημα μας είναι να παλέψουμε να τον κρατήσουμε έτσι ακόμα κι αν χρειαστεί να ξεκουνηθούμε λίγο για αυτό, χωρίς βέβαια να θυσιάσουμε το σπιτάκι μας ή την δουλίτσα μας εκτός βέβαια κι αν είναι για το γενικότερο καλό του κεφαλαίου και της ανάπτυξης δηλαδή του έθνους, οπότε τα πράγματα αλλάζουν. Αυτή ήταν η νέα μου φιλοσοφία. Και ήρθε όπως είπα και με αγκάλιασε σαν δυνατό, ευεργετικό αντικαταθλιπτικό. Μερικοί την ονομάζουν φιλοσοφία της Δεξιάς και της συντήρησης. Νομίζω πως οι ταμπέλες δεν έχουν καμία σημασία. Αυτό που είχε σημασία ήταν η ηρεμία μου. Κι ένας καλός ύπνος το βράδυ. Αν δεξιά είναι ο ορθολογισμός και η σοβαρότητα και η συνέπεια, τότε καλώς είναι και ας την λένε όπως θέλουν. Στο μυαλό μου έτσι Δεξιά έγινε το γνωστό, πιο σωστά το γνώριμο. Αυτό που μάθαμε από μικροί και καλό ή κακό ήταν προτιμότερο από όλα τα υπόλοιπα.  Κι Αριστερά ήταν το άγνωστο, το μακρινό ... μια άγνωστη, επικίνδυνη χώρα. Αριστερά ήταν το σκοτάδι κι ο πονοκέφαλος που το ακολουθεί. Όπως εκείνες οι μεθυσμένες νύχτες μου με τις παλαβές γυναίκες να βογγάνε και να κλαίνε στο κρεβάτι μου.

Δεν έχει σημασία πως αποκαλείς τον εαυτό σου. Σημασία πως έχεις επιλέξει να ζεις. Δεν έχει σημασία πως αυτοπροσδιορίζεσαι Σταύρο Θεοδωράκη. Σημασία έχουν οι επιλογές σου. Και σε αυτό ταιριάζουμε. Είμαστε και οι δυο δεξιοί. Εγώ προσωπικά δεν έχω αμφιβολία πως επέλεξα σωστά. Καλύτερα ήρεμα και τακτοποιημένα παρά να βάζω σκοτούρες στο κεφάλι μου. 

Μόνο καμιά φορά, καθώς πίνω τον καφέ μου το πρωί...κάθομαι και σκέφτομαι και δεν είναι πως αναπολώ τον παλιότερο εαυτό μου. Απλά σκέφτομαι πως ο κόσμος θα ήταν πολύ πιο λίγος, πολύ πιο βαρετός χωρίς τους αληθινούς αριστερούς. Χωρίς δηλαδή αυτούς που ορμάνε σαν τρελοί, εκεί που δεν γνωρίζουν, σε άγνωστες ηπείρους, χωρίς ταυτότητα, χωρίς έθνος, χωρίς φύλο ... αυτούς που γυρεύουν το μέλλον στο σκοτάδι, είτε αυτό είναι προσωπικό είτε κοινωνικό.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Κοιμάμαι νωρίς

Η ζωή μου έχει μπει σε περίεργες ατραπούς τον τελευταίο καιρό. Κατά μία έννοια είναι όλα εντάξει. Πηγαίνω στη δουλειά μου το πρωί, κι έπειτα να φάω και το απόγευμα πάλι δουλειά. Κοιμάμαι νωρίς. Εκτός από τις νύχτες που δεν κοιμάμαι καθόλου...

Μικρός είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο πως πρέπει να ζεις την ζωή σου σαν ένα κερί που καίγεται κι από τις δυο μεριές. Ή εκείνο το ωραίο που έλεγε ο Ρόμπινς πως όλοι ζούμε κοιτώντας τον κόσμο μέσα από ένα σπίτι που καίγεται.

Και για αυτό περιφρονούσα τον πατέρα μου που μου έλεγε πως προέχει το καθήκον. Ξεχνιόμουν στο καθιστικό και ψαχούλευα όλους τους ωραίους δίσκους μου -τα μαύρα γυαλιστερά βινύλια- με τα σπουδαία έργα των συνθετών και τους ρόλινγκ στόουνς κι εκείνος επέστρεφε από την δουλειά με τα ατσαλάκωτα κοστούμια του. 'Έκανες το καθήκον σου;' με ρωτούσε κι εγώ σιχτίριζα και έτρεχα στο δωμάτιο θυμωμένος.

Θα ερχόταν ο καιρός που η ζωή μου θα ήταν δικιά μου σκεφτόμουν τότε. Που θα είχα όλο τον καιρό του κόσμου να την κάψω, να την αποτελειώσω σαν ένα κομμάτι αναμμένο χαρτί.

Το βράδυ ξενυχτούσα κι ονειρευόμουν πως πηδούσα πορνοστάρ και έκανα κοκαΐνη και είχα μεγάλο πουλί που το στρίμωχνα με δυσκολία μέσα στο τζην μου προτού καβαλήσω την χάρλευ μου και φύγω μακριά...

Δεν το γνώριζα τότε. Δεν το υποψιαζόμουν πως η ποίηση είναι ένα ύπουλο πράγμα. Όπως και ο έρωτας έρχεται και σε χτυπάει από εκεί που δεν το περιμένεις. Παραμονεύει στα πιο αθώα πρόσωπα, στις πιο κοινότυπες λέξεις.

Όπως αυτή η φράση ... 'προέχει το καθήκον' ... που νόμιζα πως ήταν μια ανόητη, τυποποιημένη προτροπή. Μια ξερή κουβέντα του μικρόψυχου, μικροαστού πατέρα μου.

Να ας πούμε τώρα. Όπως είπα η ζωή μου έχει πάρει το δρόμο της. Νομίζω πως μπορώ να το πω με σιγουριά. Πηγαίνω στη δουλειά μου το πρωί, κι έπειτα να φάω κάτι στα γρήγορα προτού ξεκινήσω ξανά την δουλειά. Κοιμάμαι νωρίς. Εκτός βέβαια από τις νύχτες που δεν μπορώ να κοιμηθώ καθόλου και κάθομαι και σκέφτομαι ...

... πως πηδάω, αν όχι πορνοστάρ, πάντως κάποια φίλη ή γνωστή και πως κάνω ναρκωτικά...

Σκέφτομαι και καθώς περνάει η ώρα συνειδητοποιώ πια πως εκείνο το προέχει το καθήκον του πατέρα, ήταν πολύ περισσότερο από αυτό που καταλάβαινα τότε. Πως ήταν πιο αληθινό ακόμα κι από αυτά που διάβαζα. Εκείνα μπορεί να μιλούσαν για κάψιμο, όμως αυτό ήταν η ίδια η φωτιά.

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Fajitas

Η αρχική ιδέα ήταν να γίνω δικηγόρος. Το γραφείο του πατέρα ήταν εκεί. Το ίδιο και οι πελάτες του και κάποια στιγμή θα τους κληρονομούσα. Μου άρεσε η ιδέα. Ήθελα κι εγώ να κλείνομαι μόνος μου σε ένα γραφείο και να μιλάω εμπιστευτικά με γέρους ξενοδόχους ή κυρίες που ήθελαν επειγόντως διαζύγιο...

Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Δυο εβδομάδες στη σχολή και είχα βαρεθεί τόσο πολύ που θα μπορούσα να κρεμαστώ. Μπορεί και απλά να ήμουν και ηλίθιος. Δεν ξέρω. Πάντως δεν καταλάβαινα τίποτα από νομολογίες ή trust. Είδα την μικρή ταμπέλα staff needed for the kitchen, μπήκα μέσα κι έκανα αίτηση.

Ήταν ένα χαριτωμένο μαγαζάκι, με μικρά ξύλινα τραπέζια. Άνηκε σε έναν κοντό μεξικανό γύρω στα τριάντα που μιλούσε σπαστά αγγλικά και φορούσε μονίμως τζιν με πουκάμισο και γραβάτα. 'I do tis for m famili my friend'. Αυτή ήταν η ατάκα του.

Ποτέ μου δεν τον συμπάθησα. Ήταν ένας κακός και μικρόψυχος άνθρωπος. Για κάποιο λόγο όμως συμπάθησε αυτός εμένα. Κανονικά είχαμε δικαίωμα μόνο για ένα απλό μπέργκερ για κολατσιό όμως εμένα με έπαιρνε κρυφά στο γραφείο και μου έδινε έξτρα εντσιλάδας και σφηνάκια τεκίλα. Έτρωγα τις εντσιλάδας και ρουφούσα τα σφηνάκια και του ξερνούσα όλα τα μυστικά και τα κουτσομπολιά για τους υπόλοιπους στο μαγαζί.

mate i don trust d british. they re iδiots. they do it for the drugs and the sex  i do it for m famili, μου έλεγε και συμφωνούσα.

Για κάποιο λόγο η μεγάλη αντιπάθεια του κοντού ήταν ο Τζόναθαν. Ένα ψηλό παιδί, με φακίδες που σπούδαζε ηθοποιός. Εντάξει δεν μπορώ να πω πως ήταν και ο πιο εργατικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Εφτά στις δέκα ήταν λιώμα στα τσιγαριλίκια και συνήθως του έπαιρνε διπλή ώρα να τελειώσει  το πλύσιμο από ότι τους υπόλοιπους. Μερικές φορές έπαιζε και ποδόσφαιρο με τα καραμελωμένα κρεμμύδια. Τα έριχνε στο πάτωμα και τα έσερνε με τα αθλητικά του παπούτσια. Ας πούμε πως ο Τζόναθαν ήταν κάπως ηλίθιος. Όμως είχε χρυσή καρδιά.

Η δουλειά ήταν εξοντωτική. Θυμάμαι τα Σαββατοκύριακα να τελειώνουμε την βάρδια μας μετά τις 3. Μια τεράστια στοίβα από μεταλλικά πιάτα για τορτίγιες στράγγιζε δίπλα στον πάγκο. Κλείναμε τα φώτα και βγαίναμε στο κρύο. Το αφεντικό έμπαινε στο Βόλβο του κι εμείς πηγαίναμε σπίτι με τα πόδια.

Μου άρεσαν εκείνες οι νύχτες. Δεν είχα καμιά επιθυμία για το οτιδήποτε. Μου αρκούσε να περπατώ και να ακούω τους άλλους να μιλάνε αγγλικά. Άκουγα και έβλεπα την ανάσα μου στο κρύο και πολλές φορές άναβα κι ένα τσιγάρο και το ξεφυσούσα για να μην έχω απολύτως τίποτα να πω.

Ήταν κάπου εκείνη την εποχή όταν ο Τζόναθαν τα φτιαξε με την εκθαμβωτική μπαργούμαν από το εστιατόριο. Μια Σουηδέζα με σκουλαρίκι στη γλώσσα. Ήταν μια πολύ συμπαθητική κοπέλα και αρκετά έξυπνη και όλοι συμφωνήσαμε πως ήταν κάπως αταίριαστοι με  τον Τζόναθαν. Θα ερωτεύτηκε την χρυσή του την καρδιά, λέγαμε. Κι ήμασταν χαρούμενοι με αυτή την ρομαντική ιστορία. Όλοι μας εκτός από τον κοντό.

-Wat is this chick doin wit d idiot? με ρωτούσε
-I donno sir

Είχε λυσσάξει. Έμπαινε στο μπαρ και χτυπούσε τα ντουλάπια. Ερχόταν στην κουζίνα τις πιο απίστευτες ώρες κι έκανε επιθεώρηση καθαριότητας. Έσερνε το δάχτυλο κάτω από τους πάγκους και τσίριζε. Dis is not clean mate. NOT CLEAN. Κι ύστερα φορούσε μια παρδαλή μπαντάνα στο κεφάλι κι έπλυνε κι αυτός μαζί μας ή βοηθούσε τους ψήστες στη σχάρα.

I do this for mi famili mate έλεγε και σκούπιζε τα πιάτα.

Η κατάσταση ήταν εκνευριστική. Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν. Τα πόδια μου είχαν παραλύσει από την κούραση και τα χέρια μου είχαν παραμορφωθεί από το πολύ πλύσιμο . Είχα αρχίσει να έχω δεύτερες σκέψεις για την καριέρα μου στη λάντζα. Όχι πως ήθελα να γίνω δικηγόρος. Αλλά...

Όλα τα ρεπό μου τα περνούσα στη δημόσια βιβλιοθήκη. Διάβαζα αχόρταγα και φιλοσοφούσα για τα βάσανα της εργατικής τάξης από την οποία θεωρούσα πως ήμουν περαστικός όπως και από εκείνη την γκρίζα μουλιασμένη κωλοχώρα. Φιλοσοφούσα και τα ρούχα μου μύριζαν τηγανιτές φαχίτες. Ευτυχώς δεν ήμουν σαν κι αυτούς σκεφτόμουν. Ο φαλακρός μεσογειακός μπαμπάς μου, την τελευταία στιγμή, θα με ξελάσπωνε απ' το βούρκο. Σε μερικά χρόνια θα οδηγούσα την BMW του και θα φορούσα μαύρα γυαλιά και θα πηδούσα μία από αυτές τις πελάτισσες του που θέλουν επειγόντως διαζύγιο. Ή τις κόρες τους τέλος πάντων.

Μια μέρα με πήρε ο Τζόναθαν εμπιστευτικά στην άκρη. Φίλε μου λέει δεν αντέχω άλλο, ο Μεξικανός έχει κανονίσει τις βάρδιες έτσι ώστε να μην βρισκόμαστε ποτέ με την Λίζα. Θα μπορούσες να έρθεις στην βάρδια μου κι εγώ μετά στην δική σου; Θα μπορούσα.

Λίγες μέρες μετά σαπούνιζα με μισή καρδιά τα πιάτα στη θέση του Τζόναθαν όταν μπήκε ο Μεξικανός μέσα στην κουζίνα.

Mate we gotta talk.

Τα μάτια του είχαν γυρίσει ανάποδα. Στο γραφείο μου ζήτησε ευγενικά να καθίσω κι έβγαλε δυο σφηνοπότηρα από το συρτάρι. Τα γέμισε με τεκίλα.

mate why are YOU here today?

Προσπάθησα να του εξηγήσω. Πως τα παιδιά είναι ζευγάρι, πως εγώ δεν είχα τίποτα να χάσω, πως είναι γιορτινές μέρες και κάτι τέτοια. Ρούφηξα την τεκίλα μου.

The bastard is taking advantage of you, don't you see. I call him NOW τσίριξε και σήκωσε το τηλέφωνο.

Με τα χίλια ζόρια τον βρήκε και του είπε να τσακιστεί να έρθει στο μαγαζί και να κάνει την βάρδια του όπως του την είχε κανονίσει εξαρχής. Σηκώθηκα κι έφυγα από το γραφείο.

Ήταν η τελευταία φορά που τους είδα. Ότι λεφτά είχα μαζέψει τα ξόδεψα για να πάω στο Λονδίνο.  Είδα του κόσμου τα μιούζικαλ,  περπάτησα ασταμάτητα στους δρόμους. Α! Ήταν τα Χριστούγεννα των ονείρων μου. Μόνος μου μέσα σε αυτούς τους ατελείωτους γιορτινούς δρόμους να σκέφτομαι και να φιλοσοφώ για την ζωή και τα βάσανα της εργατικής τάξης.

Να φιλοσοφώ ... για την BMW του μπαμπά μου και τις γυναίκες που ήθελαν απεγνωσμένα διαζύγιο... ενόσω ο Τζόναθαν θα έπλενε τα πιάτα της δικής μου βάρδιας.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Merry Christmas

Όποιος πει πως δεν τον αγγίζουν τα Χριστούγεννα είναι ψεύτης. Πως μπορείς να αντισταθείς; Δεν είναι μόνο τα χιονισμένα σπίτια, ούτε τα φρεσκοψημένα γλυκά, ούτε ο Άι Βασίλης. Πάνω από όλα είναι η αγάπη, όπως την είχες ονειρευτεί. Χωρίς λογοκρισία.

Θυμάμαι, καλή ώρα τέτοια εποχή, χρόνια πριν όταν προσπαθούσα να το παίξω άγριος νέος και τριγυρνούσα στα στενά πίσω από την ομόνοια. Είχε εξωφρενικό ψύχος. Φορούσα ένα μπουφάν δυο νούμερα μεγαλύτερό μου και περπατούσα μέσα στα ίδια στενά. Δεν είχα ιδέα που στο διάολο πήγαινα αλλά περπατούσα. Και δεν θα ξεχάσω μια τραβεστί που σύχναζε εκεί σε κάποια πάροδο και φορούσε το σκουφί του Άγιου Βασίλη. Ήταν τραβεστί με μουστάκι. Ψηλή και γεροδεμένη με σπαστά μαύρα μαλλιά.

Ή μια άλλη φορά στην Αγγλία εγώ κι ένας φίλος από την Ουγκάντα, ένας ασουλούπωτος μαύρος με ξυρισμένο κεφάλι που φορούσε πάντα φόρμα... ήταν Χριστούγεννα. Ήταν τόσο κρύο που ο φίλος μου μπορούσε να χαράζει λευκές γραμμές πάνω στο μαύρο δέρμα του. Περπατήσαμε μεθυσμένοι τους δρόμους, ώρες ατελείωτες, ώσπου βρήκαμε καταφύγιο σε μια παμπ στη μέση του πουθενά. Μας κεράσαν πούρα και ήπιαμε ουίσκυ. Η παμπ λεγόταν the star. Το όνομα της άναβε  έξω μέσα στην άχλη του κρύου.

Δεν ξέρω πως να το πω ακριβώς...τα Χριστούγεννα είναι όπως η μουσική. Δεν εξηγείται. Περνάει μέσα από το δέρμα σου και σου ζεσταίνει την καρδιά.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Liapis avatar

Οι άνθρωποι μεγαλώνοντας γίνονται κομμάτια. Κατακερματίζονται...ψυχολογικά. Μια δεδομένη τάση σχιζοφρένειας πάει χέρι χέρι με την ωρίμανση του ανθρώπου. Το βλέπω στους φίλους, στους εραστές....όσο μεγαλώνουμε οι πράξεις μας χάνουν την λογική τους συνέπεια.

Ίσως φταίει η δουλειά. Εκείνος ο πάκος με λογαριασμούς που πρέπει να εξοφλήσεις στο τέλος κάθε μήνα. Ίσως φταίει ο έρωτας, οι ψυχοφθόρες σχέσεις μας, οι φιλοδοξίες που σπρώχνονται σε όλο και πιο σκοτεινά σημεία της ψυχής. Οι γάμοι, τα βαφτίσια, τα γαμίσια...οι εκδηλώσεις. Σιγά, σιγά το χάνεις το μέτρο.

Ίσως φταίει κι η ίδια η γλώσσα. Η γλώσσα είναι μια συμφορά. Ξέρω τι σου λέω. Για ένα βρέφος ο κόσμος είναι τόσο απλός. Ο κόσμος είναι ξεκάθαρος χωρίς ολοκληρωμένη γλώσσα. Μετά πρέπει να αρχίσεις να ονοματίζεις, να εξηγείς, να δικαιολογείσαι, να λες ψέμματα. Κι υποθέτω κάπου εκεί στα τριάντα...σαράντα...έχεις πει τόσα πολλά που δεν ξέρεις τι σου γίνεται.

Τι να πει κανείς. Συμβαίνει ακόμα και στους καλύτερους. Ακόμα και σε αυτούς που ξεκίνησαν με τις καλύτερες των προυποθέσεων. Όπως ο κακομοίρης ο Λιάπης. Μια μέρα σου πετάνε το μικρόφωνο στα μούτρα και σου ζητάνε να εξηγήσεις τα ανεξήγητα. Φόρτιζα την μπαταρία, έκανα λάθος και το παραδέχομαι και δεν ξέρω γω τι. Γελάμε που τα βλέπουμε αλλά μια μέρα θα έρθει κι η σειρά μας. Κι εκείνες οι ατάκες που τόσα χρόνια μας βγάζαν ασπροπρόσωπους, το γοητευτικό αξάν που αντιγράψαμε από κάποιο θείο που θαυμάσαμε, θα γίνει ο περίγελως του κόσμου.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Oh you've spoilt the picture

Η ιστορία της ζωής του Τσάρλυ Τσάπλιν είναι λίγο έως πολύ γνωστή. Ένα παιδί μεγαλωμένο στους δρόμους με μια μάνα που μπαινόβγαινε από τις ψυχιατρικές κλινικές κι έναν αλκοολικό πατέρα που ίσως και να μην ήταν πατέρας του που σίγουρα όμως δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ του για αυτόν.

Ο Τσάρλυ υπήρξε παρακατιανός από κούνια. Και δεν ήταν μόνο η κοινωνική του τάξη που τον προσδιόριζε έτσι. Όπως είπα η μητέρα του έπασχε από κάποια ψυχική ασθένεια. Δεν ήταν λίγες οι φορές που θα έπρεπε ο ίδιος να την προστατέψει και να την δικαιολογήσει ύστερα από κάποιο παραλήρημα της ή κάποιο αδικαιολόγητο βίαιο καυγά της συνήθως με ανθρώπους που δεν έφταιγαν σε τίποτα.

Κι ύστερα ήταν και το στίγμα της χαλαρής ηθικής και του παρία που κουβαλούσαν όλοι οι άνθρωποι των 'λαϊκών' θεαμάτων. Οι καλλιτέχνες των music halls, όπως ήταν οι γονείς του, ήταν λούμπεν άνθρωποι που η εργαζόμενη κοινωνία τους έβλεπε με κακό μάτι. Αλλά και το σουλούπι του ήταν μικροκαμωμένο κι είχε μια λεπτότητα στους τρόπους που τον κρατούσε έξω από κάθε πρότυπο αρσενικού. Χώρια το τσιγγάνικο αίμα που κυλούσε στις φλέβες του από την μεριά της μητέρας του. Όπως είπα παρακατιανός.

Οι βιογράφοι και οι κριτικοί βέβαια τα έχουν πει αυτά εκατοντάδες φορές και όποιος γνωρίζει τις ταινίες του δεν θα δυσκολευτεί να καταλάβει με ποιο τρόπο οι συνθήκες της παιδικής του ηλικίας έχουν διαμορφώσει το έργο του και τη θεματολογία του.

Είναι πολλά που μπορεί κανείς να πει για αυτό το φαινόμενο του 20ου αιώνα. Για το πως μετέφερε το vaudeville θέατρο στο φιλμ, την γκάφα και τα κινησιολογικά antics, για το πως 'έφτιαξε' ο ίδιος την κινηματογραφική γλώσσα δουλεύοντας ατελείωτα και σπαταλώντας χιλιάδες μέτρα από φιλμ ώστε να τελειοποιήσει την αφήγηση του και το γούστο του...κι αυτά είναι λίγα, ελάχιστα από τα καλλιτεχνικά του επιτεύγματα. Μην ξεχνάμε πως έγραφε ο ίδιος τις μουσικές των ταινιών του. Αν πιάσουμε και την προσωπική του ζωή...

Αυτό που ξέρω εγώ είναι πως αυτό τον άνθρωπο τον λατρεύω. Τόσο απλά. Δεν ξέρω πως και γιατί, δεν ξέρω καν αν είναι αληθινός. Ώρες, ώρες μου φαίνεται εξωπραγματικός. Και μαζί του και τα υπόλοιπα πρόσωπα των ταινιών του. Οι γυναίκες με τις κοντές μεταξωτές κάλτσες, οι μισητοί νταήδες, οι χοντροκώληδες νοικοκύρηδες... Υπόλευκα πρόσωπα με τεράστιους μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια που ζούνε στο φάστ φόργουορντ... Σαν στοιχειά του δάσους που δυστυχώς τα έδιωξε κακήν κακώς η έλευση του ήχου και η προσαρμογή της ταχύτητας προβολής.

Κι είναι και κάτι άλλο που είχε εκείνη η εποχή και με γοητεύει. Η ελευθεριότητα. Δεν είναι πολλά χρόνια που ανακάλυψα πως ήταν πολλοί οι πρώτοι κινηματογραφιστές που τράβηξαν πορνοταινίες που δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν τις σύγχρονες τους σε ανωμαλία και πονηράδα. Κάτι που επιβεβαιώνει πως ο κινηματογράφος στα σπάργανα του δεν ήταν το καθολικό θέαμα που είναι τώρα αλλά μια πικάντικη διασκέδαση κοντά στα καμπαρέ και τα ξενυχτάδικα.

Αυτή την ελευθεριότητα ή ας την πούμε ελαφρότητα την είχε κι ο Τσάπλιν. Πέρα από τις σοσιαλιστικές του συμπάθειες και την αξεπέραστη τέχνη του -συνέπεια της εργασιομανίας του- πέρα και από τις σπουδαίες ταινίες του που δεν πιστεύω να καταφέρει να φτάσει κανένας και ποτέ στην παγκοσμιότητά τους και στη δύναμη τους, είναι αυτή η ελαφρότητα που με αγγίζει και με κάνει να τον θαυμάζω τόσο παθολογικά. Αυτή η ελαφρότητα είναι η ποίηση του.

Τουλάχιστον την ποίηση όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, λυρική, που δεν έχει τίποτα άλλο να ασχοληθεί πέρα από τα ερωτικά βάσανα και τους καημούς της ζωής. Μια ποίηση που σιχαίνεται τα μεγαλεία, και τους πολέμους και τη δόξα. Μια ποίηση του πιο απλού ανθρώπινου μέτρου...του εφήμερου.

Θυμάμαι τον Τσάρλυ να χορεύει δυο φρατζόλες ψωμί καρφωμένες με δυο πιρούνια σαν πόδια. Ή να περιστρέφει τα κορδόνια της μπότας του στο πιρούνι σαν σπαγγέτι. Τον θυμάμαι να ξεροσταλιάζει δίπλα από την Μέρνα στο τσίρκο και να μαζεύεται κοκκινίζοντας. Να δίνει μια γερή κλωτσιά στον πισινό ενός χοντρού. Τον θυμάμαι να κοιτάζει βγάζοντας σπίθες τα μάτια της Τζώρτζια στο τέλος του Χρυσοθήρα περιμένοντας έναν φωτογράφο να τους τραβήξει μια φωτογραφία και δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου πως αυτό το πράγμα ... δεν είναι θέαμα. Δεν είναι υποκριτική τέχνη. Είναι αλήθεια.

Ένα παράδειγμα. Δεν ξέρω αν έχετε δει το Χαμίνι. Οι κριτικοί ερίζουν για εκείνο το παλαβό εμβόλιμο κομμάτι στη ταινία όπου ο Τσάρλυ αποκοιμιέται και ονειρεύεται πως όλοι οι άνθρωποι έχουν βγάλει φτερά αγγέλων και πετούν πέρα δώθε. Κι είναι όλοι αγαπημένοι και ο ένας πηγαίνει με την γυναίκα του άλλου και είναι ευτυχισμένοι ... ώσπου εμφανίζεται ο διάβολος και τους πιρουνίζει με την τρίαινα του και τους βάζει στο μυαλό τη ζήλια και το μίσος και γίνονται όλα άνω κάτω και τότε κάποιος πυροβολεί τον Τσάρλυ - άγγελο που ανοίγει κι αυτός τα φτερά του να πετάξει...και τον σκοτώνει. Πράγματι δεν έχει καμιά σχέση με την υπόλοιπη ταινία. Κι όμως...

Την εποχή που γύριζε το Χαμίνι ο Τσάπλιν είχε παράλληλα ξεκινήσει μια ερωτική σχέση με την γυναίκα ενός φίλου του. Είχε χάσει τα μυαλά του. Είχε αφήσει την ταινία στο έλεος του Θεού για να την συναντά στα κρυφά...οι παραγωγοί ωρύονταν, εκατομμύρια δολάρια χαραμίζονταν, οι δικηγόροι έσπαζαν το κεφάλι τους να σώσουν τα συμβόλαια κι αυτός το βιολί του. Και τότε εμπνεύστηκε αυτό το κομμάτι, αυτό το όνειρο με τους αγγέλους και το χωσε στη ταινία. Έτσι απλά κι ας μην είχε και πολύ σχέση. Κι είναι πανέμορφο ... κι αν δεν είσαι κανένας χλιδάνεργος κριτικός που δεν ξέρει που παν τα τέσσερα όταν το βλέπεις μένεις με το στόμα ανοιχτό γιατί είναι ότι πιο όμορφο έχεις δει σε φιλμ.

Η υστεροφημία δεν έχει ανθρώπινα μέτρα. Δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα αποκρυσταλλώσει ο χρόνος ως σπουδαίο ή όχι. Υποψιάζομαι πως έχει μια προτίμηση για το αυθεντικό, για αυτό που ακουμπάει τους πάντες και τα πάντα χωρίς επιτήδευση. Δεν ξέρω αν ο Τσάπλιν το γνώριζε αυτό ή ήταν απλά έτσι από τη φύση του. Πάντως αυτή ήταν η τέχνη του. Η ελαφρότητα του, η μανία του να ζει...εδώ και τώρα.

Είχε βγάλει πολλά λεφτά. Ήταν ο πρώτος της σόουμπιζ και ήταν και άνθρωπος βασανισμένος, γεμάτος συμπλέγματα και απωθημένα. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ο Τσάπλιν είχε όλες τις προδιαγραφές για να γίνει ένα τέρας. Ένας Τζόκερ ή ένας Χίτλερ που είχαν και συναφείς προτιμήσεις στο μουστάκι. Υποθέτω πως στην προσωπική του ζωή θα είχε τις σκοτεινές στιγμές του. Λένε πως ήταν παθολογικός τσιγκούνης. Ποιος ξέρει. Το σίγουρο είναι πως στις ταινίες του προτίμησε να παραμείνει ο παρακατιανός που πάντα ήταν.

Ακόμα ένα παράδειγμα. Αυτή τη φορά από τον Χρυσοθήρα.  Φέρνω στο μυαλό μου ξανά και ξανά εκείνη τη τελευταία σκηνή ... τον τρόπο που κοιτάει την όμορφη Τζώρτζια -εκτός πλοκής, εκτός θεάματος, το ύφος του είναι σοβαρό, παθιασμένο δεν κολλάει με τον ελαφρόμυαλο χαρακτήρα της υπόλοιπης ταινίας- και φαντάζομαι πως έκανε όλη την ταινία, 90 λεπτά φιλμ και βάλε με το νου σου πόσες άλλες ώρες λήψη που θα την απέρριψε, μόνο και μόνο για αυτή την τελευταία σκηνή, για αυτή τη σεκάνς  ... για να πει σ' αγαπώ και να φιλήσει στο στόμα μια μικρή που του είχε πάρει τα μυαλά.

Hold still! φωνάζει ο φωτογράφος καλύπτοντας το κεφάλι του με το πανί κι ο Τσάρλυ τον αγνοεί και με ύφος σοβαρό και παθιασμένο πλησιάζει τα χείλη του στα χείλη της και την φιλάει. Oh you 've spoilt the picture του γκρινιάζει και τότε εκείνος συνεχίζοντας το φιλί του σηκώνει το χέρι και κάνει μια χειρονομία 'άσε μας μωρέ' πριν το πλάνο σβήσει διαπαντός.


Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Ο Ιεροεξεταστής

Κάποτε συνάντησα μια μάγισσα. Ακούγεται τραβηγμένο αλλά είναι αλήθεια. Την γνώρισα με σάρκα και οστά σε μια απόμερη πάμπ του δυτικού Λονδίνου. Ένας ξεθωριασμένος μεσήλικας ένα βήμα πριν την κίρρωση του ήπατος χτυπούσε τα μπλουζ σε μια κιθάρα κι εκείνη χόρευε στη μέση της πίστας λες και δεν υπήρχε κανένας γύρω της περιστρέφοντας τα κατάμαυρα ίσια μαλλιά της.

Δεν ξέρω πως και που με εντόπισε εκεί που καθόμουν στην άκρη του μαγαζιού. Με πλεύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Μου κράτησε τα χέρια σφιχτά. Ήταν γριά, σίγουρα πάνω από 50 κι εγώ το πολύ 20. Κι ύστερα ακούμπησε το χέρι της στο μέτωπό μου. 'Αγάπη μου' μου είπε 'τι σκατά φοβάσαι στη ζωή σου;'.

Σε λίγο χορέυαμε μαζί στο κέντρο της πίστας κι ένιωθα κι εγώ πως ήμασταν μόνοι μας στον κόσμο. Γυρνούσαμε γύρω γύρω κι ο τύπος με την κιθάρα συνέχιζε να παίζει τα μπλουζ με τα δυο κατακόκκινα πρησμένα μάγουλα του να στάζουνε ιδρώτα.

Αργότερα στο σπίτι της στρίψαμε τσιγάρα. Είχε μια ολόκληρη σακούλα γεμάτη χόρτο. 'Το πήρα απ' τους αράπηδες' μου είπε 'είναι πρώτο πράγμα'. Κι ύστερα μου έδειξε τα άλμπουμ της με τις φωτογραφίες της κόρης της και της εγγονής της. Και μετά χορέψαμε και πάλι και γυρίσαμε γύρω γύρω όπως ο δίσκος στο πικάπ της.

Δεν είχε ούτε ψηλό καπέλο, ούτε μαύρο πανωφόρι, ούτε μακριά γαμψά νύχια...κι όμως ήταν μάγισσα. Μια αληθινή μάγισσα.

Το πρωί όταν ξύπνησα την βρήκα να ψαχουλεύει το σώμα μου με τα ζαρωμένα χέρια της. Κάτω από τα ρούχα, στο στήθος μου, ανάμεσα στα πόδια μου... Κι εκείνη γυμνή από την μέση και πάνω με τα δυο μαραμένα στήθη της, γεμάτα σημάδια.

Έφυγα τρέχοντας. Για πότε πετάχτηκα στο διάδρομο της πολυκατοικίας κι ύστερα στο δρόμο, στο βροχερό Λονδίνο. Τα γέλια της αντηχούσαν εφιαλτικά στο κεφάλι μου. Κι εκείνη η ερώτηση...'αγάπη μου τι σκατά φοβάσαι στη ζωή σου;΄. Θυμάμαι να κατεβαίνω πανικόβλητος τα σκαλιά του ηλεκτρικού, μέσα στο πλήθος, και  να προσεύχομαι κάποια μέρα να την κάψουν στην πυρά.



Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Η ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς

Ήταν καλή, ήταν μικρή. Δεν μπορούσα να το ελέγξω. Έπεσα με τα μούτρα. Ήμουνα πεινασμένος για αθωότητα, για σαχλαμάρες...κι έχασα τα μυαλά μου εντελώς. Το ήξερα που θα καταλήξει όμως συνέχιζα να σπρώχνω και να περπατώ στα τυφλά. Το μόνο που ήθελα ήταν να την ακούω να με λέει μωράκι μου. Και να το λέω κι εγώ. Κι ύστερα να μου σχηματίζει μια καρδούλα με τα δάχτυλα και να μου κλείνει το μάτι. Α!

Υπάρχουν σκοτεινές δυνάμεις εκεί έξω. Υπάρχουν Θεοί. Είμαι σίγουρος για αυτό. Μικροί θεοί που έχουν κάποιες αιωνιότητες να σπαταλήσουν και κάθονται μέσα στα δάση και βαριούνται και δεν ξέρουν πως να περάσουν την ώρα τους και ψάχνουν θύματα για να γελάσουν. Δεν εξηγείται αλλιώς.

Καμιά φορά που έβρισκα τα λογικά μου τους φανταζόμουν όλους να μαζεύονται στα ερείπια ενός  ναού, με τα μικρά τους ποδαράκια και τα μικρά τους χεράκια και τα μυτερά ποντικίσια αυτιά τους και να λένε ... 'θυμάσαι που ο βλάκας...' Κι ύστερα να ξεκαρδίζονται. Να σκουπίζουν τα δάκρυα απ' τα μάτια τους απ' το πολύ γέλιο.

Τέλος πάντων για να μην τα πολυλογώ, τα πράγματα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν. Δηλαδή το κοριτσάκι συνέχισε στο δρόμο του όπως όλα τα κοριτσάκια. Να κάνει τις σπουδές του, να βάψει τα νυχάκια του, να πάει τις εκδρομές του κι όλα αυτά τα χαριτωμένα που κάνουν τα κοριτσάκια. Κι εγώ έμεινα πίσω να βράζω στο ζουμί μου. Μια φίλη μου μου το είπε στα ίσια. 'Καημενούλη μου είπε, μην βάλεις πάλι τα κλάματα.' ΧΑΧΑ. Που καταντήσαμε...

Επιστροφή λοιπόν στη μίζερη ζωή μου. Στη βαρετή δουλειά μου, στα ήσυχα βράδια, στις κυριακάτικες εφημερίδες... Τώρα που τα μάγια λύθηκαν συνειδητοποιώ ότι το περισσότερο που έχω να περιμένω από το μέλλον είναι η αποφυγή ενός εμφράγματος, ένας υγιής προστάτης, χαμηλό ζάχαρο... Ποιός ξέρει. Ίσως -αν το θέλει κι ο Θεός- να δω να πετυχαίνει κι η κίνηση των 58 για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Godzilla

Διάβαζα τις προάλλες για τον Banksy που έβγαλε τα έργα του στο central park και ανέθεσε σε έναν γέρο να του τα πουλήσει. Με το ζόρι λέει έδωσε τρία συγκεντρώνοντας ένα πόσο γύρω στα 400 δολάρια. Έργα που πουλήθηκαν σε γκαλερί λίγους μήνες πριν για πολλές περισσότερες χιλιάδες.

Κι ύστερα θυμήθηκα τον Cobain και πως από ένας ξοφλημένος τύπος με σκισμένα τζην και ποιήματα γραμμένα στα σχολικά τετράδια έγινε ένα πραγματικό είδωλο μέσα σε ελάχιστους μήνες. Θυμήθηκα τα πλήθη και την υστερία στις τηλεοράσεις κι ύστερα την αυτοκτονία του και τα δάκρυα των εφήβων που τον λάτρεψαν.

Υπάρχει κάτι τρομαχτικό στην ανθρώπινη μάζα. Είναι σαν ένα μεγάλο κτήνος. Της πετάς μια λιχουδιά και την κατευνάζεις, σου φαίνεται πως την ελέγχεις... Κι ύστερα κάνει ένα στραβοπάτημα και σε συνθλίβει. Όπως τους πίνακες του Banksy, όπως την καρδιά του Kurt Cobain.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Το κρεβάτι

Όπως με όλα τα σονέτα του Σέξπηρ με την πρώτη ανάγνωση δεν κατάλαβα πολλά. Πιο σωστά δεν τα κατάλαβα όλα. Όμως αισθάνθηκα την δύναμη του. Την αφοπλιστική ειλικρίνεια του που δεν ταίριαζε με κανενός ποιητή που είχα διαβάσει μέχρι τότε.

My love swears that she is made of truth,
I do believe her, though i know she lies.

Αργότερα σε κάποια πανεπιστημιακή διάλεξη θα μάθαινα πια κι επίσημα πως ο Σέξπηρ ανέτρεψε όλες τις φόρμες του Σονέτου όπως τις είχε καθιερώσει ο Πετράρχης ο οποίος στόλιζε τη μούσα του με ένα σωρό υπερβολές και ψέμματα. Η Λάουρα του Πετράρχη ήταν αγνή, το δέρμα της ήταν αλαβάστρινο και στα μάτια της φώτιζε ο ήλιος.  

Ο Σέξπηρ ήταν άνθρωπος της πιάτσας. Το ψωμί του δεν το έβγαζε αποκλειστικά και μόνο, όπως οι περισσότεροι διανοούμενοι ακόμα και στις μέρες μας, επαινώντας τους κώλους των ευγενών. Τα θέατρα του Λονδίνου ήταν κτισμένα ας πούμε στις κακόφημες γειτονιές της πόλης. Κοντά στα πορνεία και τα χαμαιτυπεία. Άσε που και  οι θεατράνθρωποι ήταν οι περισσότεροι μπουμπούκια. Απατεώνες, παιδεραστές, και φτωχοδιάβολοι κάθε είδους. Η θεατρική τέχνη ήταν μια ημιπαράνομη κατάσταση, στις παρυφές της ηθικής και της ίδιας της πόλης.

Ο παραλληλισμός με το ρεμπέτικο δεν θα ήταν καθόλου άστοχος. Τις δεκαετίες του 50 και του 60 η αστυνομία έβγαζε απαγορευτικές εγκυκλίους για τα μπουζουκοτράγουδα και οι χρονικογράφοι των εφημερίδων ωρύονταν για την πρόστυχη μουσική των χασικλήδων που τόσο πολύ είχε λατρέψει το κολωνάκι.

Κάτι τέτοιο συνέβαινε και με το αναγεννησιακό αγγλικό θέατρο. Οι τοπικές αρχές εξέδιδαν το ένα μετά το άλλο τα απαγορευτικά διατάγματα -το επάγγελμα του ηθοποιού θεωρούνταν παράνομο όπως ας πούμε η αγυρτεία-, οι πουριτανοί pamphleteers -συγγραφείς ηθοπλαστικών φυλλαδίων- βροντούσαν για την ηθική κατάπτωση και την φιληδονία του θεάτρου, όμως όλοι οι ευγενείς συντηρούσαν και πατρονάριζαν ηθοποιούς.

Πρέπει όμως να σημειώσουμε πως μπορεί το θέατρο να είχε ανάγκη και να έχαιρε της εύνοιας της αριστοκρατίας, όμως το πολύ χρήμα έβγαινε από το φτηνό εισιτήριο, του πολύ κόσμου που γέμιζε την κάτω πλατεία και γιουχάιζε ή επευφημούσε τους ηθοποιούς περίπου όπως οι οπαδοί μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. 

Στα σονέτα του ο Σέξπηρ μας δίνει μια ωραία εικόνα αυτού του κόσμου της αγγλικής αναγέννησης και της 'βιομηχανίας' του θεάτρου. Σονέτα αφιερωμένα σε κάποιον νεαρό ευγενή με παραινέσεις να μπει στο σωστό δρόμο και να παντρευτεί. Ανταγωνισμοί με άλλους ποιητές και υπονοούμενα και τα τελευταία τριάντα περίπου σονέτα αφιερωμένα σε μια γυναίκα αμφιβόλου ηθικής που ο ποιητής δεν κουράζεται να μας θυμίζει πως πηγαίνει με τον ένα και με τον άλλο, πως πίνει, και πως τα μαλλιά της, σε αντίθεση με τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής είναι κατάμαυρα σαν κόρδες. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από την Λάουρα του Πετράρχη. Α! και κάτι άλλο. Ο Σέξπηρ στα σονέτα του αυτά μιλάει για το πέος του και για πέη άλλων ανδρών. Όχι υπερρεαλιστικά ή κωμικά, ειλικρινώς. Ο William και ο will -πέος- του.

Μπείτε στη θέση μου λοιπόν, όταν εγώ μικρό παιδί ακόμα, αθώο, ήρθα σε επαφή με αυτό το πνεύμα, με αυτό το τόσο ελεύθερο πνεύμα που έλεγε τα πράγματα με το όνομα τους και η ποίηση του ήταν το αποκορύφωμα του αγγλικού wit σε συνδυασμό με ένα ακατέργαστο αντρικό πάθος. Πως να μην μαγευτώ, πως να μην παρασυρθώ. Ο καημένος ο Καβάφης όταν έλεγε πως ίσως μια μέρα οι άνθρωποι να μπορέσουν να πουν για πράγματα που η σεμνοτυφία της εποχής δεν του επέτρεπε να μιλήσει δεν είχε υπόψη του αυτά τα σονέτα, αφού τον 19ο αιώνα οι κριτικοί τα αποκήρυσσαν ως κάλπικα και έπρεπε να περάσουν αρκετές δεκαετίες, αν δεν κάνω λάθος μεταπολεμικά, για να μπούν στον σεξπηρικό κανόνα.  

Will will fulfill the treasure of thy love,
Ay fill it full with wills, and my will one;

ίσως το πιο τρελό λογοπαίγνιο στην ιστορία της λογοτεχνίας. will = και william shakespeare και θέληση και πέος και βέβαια το γραμματικό 'θα'

Προσέξτε το θέμα δεν είναι πως μιλάει για το πέος του. Σιγά το πράγμα. Πορνογραφήματα υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα. Η ουσία είναι πως εντάσσει την σεξουαλικότητα του στην εξομολόγηση του. Η ποιητική του ειλικρίνεια, το ξεδίπλωμα της 'ψυχής' του είναι μια σχεδόν κυνική καταγραφή της ανθρώπινης συνθήκης και πως θα μπορούσε να λείπει το πέος από αυτήν. Ο Σέξπηρ είναι υλιστής όσο κανένας άλλος στον σύγχρονο κόσμο. Μόνο οι παγανιστές ποιητές του παλιού καιρού επέδειξαν την ίδια ειλικρίνεια. Και βέβαια αυτό δεν είναι τυχαίο. Η αγγλική αναγέννηση λάτρεψε την 'κλασσική' λατινική φιλολογία. Ο Μάρλοου είχε μεταφράσει τις πιπεράτες ελεγείες του Οβίδιου λίγα χρόνια πριν. Αλλά το θάρρος του Σέξπηρ, η τόλμη του να εμπλακεί προσωπικά σε αυτό το παιχνίδι, και να μείνει ανεπηρέαστος από κάθε λογοτεχνική ή ηθική εξιδανίκευση είναι απαράμιλλη. 

Έτσι διαμόρφωσα το γούστο μου για μια αιχμηρή κι ευθαρσή γραφή. Για αυτό και δεν μπορώ ας πούμε να διαβάσω τα ερωτικά του Ελύτη. Δυσανασχετώ. Όλες αυτές οι υπερβολές και τα φτιασιδώματα και το μπίρι μπίρι για μια γκόμενα, όπως ο Πετράρχης...μου φαίνεται πως στη θέση της θρησκείας βάζει μια γυναίκα και στο τέλος τέλος προσκυνάει μόνος του  και την γυναίκα την έχει ξεχάσει. 

Οι άνθρωποι -και οι γυναίκες άνθρωποι είναι- είμαστε φτιαγμένοι κι από άσχημα πράγματα. Όχι μόνο από όμορφα. Η θνητότητα μας είναι αποκαρδιωτική. Το ξέρω. Το ότι το σώμα μας έχει ατέλειες, το ότι γερνάει, το ότι μυρίζει. Άσχημα πράγματα. Μας θυμίζουν πως είμαστε πεπερασμένοι. Θλιβερά. Κι όλοι οι εραστές θα πούμε ψέμματα και υπερβολές για να μην κακοκαρδίσουμε ο ένας τον άλλο. 

Όταν όμως ξεγυμνώνεσαι όλα αυτά τα ψέμματα αποκαλύπτονται.  Κι ο γέρος δε μπορεί να κρύψει την κατάντια του κι η βρωμίτσα η μικρή δύσκολα θα προσποιηθεί την τίμια. Όλοι εκεί είμαστε αυτό που είμαστε. Αυτή είναι η ομορφιά του σαρκικού έρωτα. Και σαν πλαγιάζουμε ενωμένοι στο κρεβάτι...αν βέβαια υπάρχει η καλή θέληση -good will- κι η όρεξη, όλα στο τέλος είναι εντάξει κι η ζωή μοιάζει υποφερτή, αν όχι όμορφη, για αυτό που είναι. Και μόνο.

Therefore Ι lie with her, and she with me,
And in our faults by lies we flattered be

lie = λέω ψέμματα και ξαπλώνω αλλά και το lies στο δεύτερο στίχο σημαίνει και τα δύο και ψέμματα και ξαπλώματα, δηλαδή ερωτικές συνευρέσεις.


SONNET 138

When my love swears that she is made of truth
I do believe her, though I know she lies,
That she might think me some untutor'd youth,
Unlearned in the world's false subtleties.
Thus vainly thinking that she thinks me young,
Although she knows my days are past the best,
Simply I credit her false speaking tongue:
On both sides thus is simple truth suppress'd.
But wherefore says she not she is unjust?
And wherefore say not I that I am old?
O, love's best habit is in seeming trust,
And age in love loves not to have years told:
   Therefore I lie with her and she with me,
   And in our faults by lies we flatter'd be.

SONNET 136

If thy soul cheque thee that I come so near,
Swear to thy blind soul that I was thy 'Will,'
And will, thy soul knows, is admitted there;
Thus far for love my love-suit, sweet, fulfil.
'Will' will fulfil the treasure of thy love,
Ay, fill it full with wills, and my will one.
In things of great receipt with ease we prove
Among a number one is reckon'd none:
Then in the number let me pass untold,
Though in thy stores' account I one must be;
For nothing hold me, so it please thee hold
That nothing me, a something sweet to thee:
   Make but my name thy love, and love that still,
   And then thou lovest me, for my name is 'Will.'

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Μπούμ!

'Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα εξόχως ανιστορήθησαν'.

Έτσι ξεκινάει το μικρό συνοδευτικό του κείμενο ο Ηλίας Πετρόπουλος στα προλεγόμενα της αρχικής έκδοσης των Ρεμπέτικων Τραγουδιών, της επικής μελέτης του πάνω στα τραγούδια του υποκόσμου που όπως ο ίδιος ανέφερε σε ένα άλλο σύγγραμμα του, τού κόστισε πέντε χρόνια φυλακή κι ένα διαζύγιο αλλά του έδωσε επίσης και την ελευθερία του.

Είναι ένα κείμενο που αξίζει να διαβαστεί όχι σαν κοινωνιολογική μελέτη, ούτε σαν οποιαδήποτε καταγραφή της μορφής ή του περιεχομένου των ίδιων των τραγουδιών αλλά σαν μια ερωτική επιστολή, γεμάτη φλογερό πάθος και σκληράδα, που είχε ως αφορμή κι έμπνευση τα ρεμπέτικα.

Η διαφορά του Πετρόπουλου από τους περισσότερους μελετητές των Ρεμπέτικων έγκειται σε αυτή την προσωπική του ανάμειξη με το θέμα. Συνήθως οι ακαδημαϊκοί για να προσεγγίσουν κάτι το σκοτώνουν. Το αφαιμάσσουν και το καταντούν μουσειακό έκθεμα. Το πρόσχημα βέβαια είναι η αντικειμενική προσέγγιση κι άλλες τέτοιες βαρύγδουπες κουβέντες πίσω από τις οποίες έχουν συνηθίσει να κρύβονται οι λαπάδες των ακαδημιών.

Δεν είμαι εγώ ούτε ικανός να κρίνω, ούτε έχω και τον χρόνο εδώ για να αποδείξω πως παρότι ο Πετρόπουλος δόθηκε ολόψυχα στον υπόκοσμο, ουδέποτε σταμάτησε να δουλεύει πάνω στα γραπτά του και στην μελέτη της προέλευσης και της χρήσης κάθε μιας από τις λέξεις και τα αντικείμενα που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να κατανοήσει καλύτερα τον πολιτισμό του λαού μας. Αξίζει να σημειώσουμε πως μόνο και μόνο για την καλύτερη κατανόηση της προέλευσης του ρεμπέτικου τραγουδιού σπούδασε τουρκολογία και συνέταξε μόνος του δεκάδες ευρετήρια και λεξικά της ελληνικής αργκό.

Τέλος πάντων δεν είναι εκεί το θέμα μου. Δεν μου αρέσουν οι επικήδειοι. Ούτε έχω καμιά φαγούρα να κάνω τον δημοσιογράφο και να λέω τι, ποιος και πότε. Εμένα αυτό που με απασχολεί είναι άλλο. Αυτοί οι πέντε μήνες φυλακή και το διαζύγιο. Ο ανυπόφορος έρωτάς του που πήγε στραβά. -Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής, γράφει αλλού στο κείμενο του-. Και πως το διαζύγιο και η φυλακή όπως ο ίδιος λέει του έδωσαν την ελευθερία του.

Πόσο ταιριάζουν όλα αυτά με τις εμμονές μου...με τον υπερτροφικό, ακανόνιστο ρομαντισμό μου. Έτσι πάντα τον είχα τον έρωτα στο ξερό μου το κεφάλι. Καταστροφικό. Όχι γλυκανάλατο. Φονεύς, ψυχοβγάλτης, ελευθερωτής. Σαν ένα εκρηκτικό για αυτές τις αγνές, ευαίσθητες, αισθαντικές ψυχές, όπως η δικιά μου, που όμως διψούν για ελευθερία.

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Με τον τρόπο του Γιάννη Μαρή

Το πλαίσιο των μυθιστορημάτων του Γιάννη Μαρή είναι η Ελλάδα της δεκαετίας του '50. Η μετεμφυλιακή Ελλάδα που προσπαθεί να φτιάξει την δημοκρατία της με απίστευτες πολιτικές ακροβασίες. Κομματικά υπολείμματα κάθε προέλευσης. Μεταξικοί, κεντρώοι, σοσιαλδημοκράτες, λαϊκοί δεξιοί αγωνίζονται να μοιράσουν την πίτα της νίκης του εμφυλίου, όχι τόσο από ιδεολογική πεποίθηση, αλλά περισσότερο για να βάλουν πρώτοι χέρι στα χρήματα του αμερικανικού πακέτου στήριξης Μάρσαλ.

Το αμερικάνικο χρήμα είναι πράγματι άφθονο. Η Ελλάδα ανοικοδομείται και η παλιά γερασμένη αστική τάξη ανανεώνεται και πληθαίνει με τους εργολάβους να τσιμεντοποιούν κακήν κακώς με την μέθοδο της αντιπαροχής την επικράτεια. Αστική τάξη...τέλος πάντων. Τα πάρτι στο Κολωνάκι δίνουν και παίρνουν και εθνικό μας ποτό γίνεται το ουίσκι. Εν τω μεταξύ ένα κομμάτι του κόσμου τα έχει χαμένα. Μεταναστεύει, δουλεύει σκληρά,ή απλά ριμάζει στα ξερονήσια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γράφει ο Μαρής και δημιουργεί τον περίφημο αστυνόμο Μπέκα του. Τι υπέροχος ήρωας! Μικροαστός ως τα μπούνια. Κοντόχοντρος, με ένα υποδόριο μίσος για οτιδήποτε εξεζητημένο και μοντέρνο. Ο άνθρωπος που η διασκέδαση του αρχίζει και τελειώνει με ένα νόστιμο πιάτο από τα χέρια της γυναίκας του και κανένα φιλμ στο σινεμά. Ούτε γκαλερί, ούτε φιλοσοφίες και λογοτεχνίες...αλλά τον Βάρναλη, όπως περιγράφει ο Μαρής...τον έχει ακουστά. Να είναι άραγε τυχαία αυτή η αναφορά στον Βάρναλη;

Διαβάζεις τις ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα και γαντζώνεσαι αρχικά από το μυστήριο του εγκλήματος. Θέλεις να βρεις κι εσύ τη λύση. Καθώς όμως οι σελίδες γυρίζουν πιάνεις τον εαυτό σου να παρασύρεται σε μια αριστουργηματική καταγραφή, κι εν πολλοίς κριτική των ηθών της αστικής τάξης της δεκαετίας του '50. Ο άχαρος αστυνομικός σαρώνει με τα κυνικά βλέμματα του και τις αιχμηρές ατάκες του όλους αυτούς τους ήρωες των σαλονιών. Λιμοκοντόροι με σμόκιν, κυρίες εκπάγλου καλλονής, τζιγκολό της κακιάς ώρας, αθλητές με τις πανάκριβες κούρσες τους...κανένας δεν του ξεφεύγει.

Δεν ξέρω αν αυτή η παραπομπή στον Βάρναλη έγινε συνειδητά. Πάντως σίγουρα ο Μπέκας τον έχει αυτό τον σαρκασμό που έχει κι ο Βάρναλης στα ποιήματά του. Ένας σαρκασμός που η βάση του είναι ηθολογική κι όχι πολιτική. Ένας σαρκασμός μικροαστικός. Σε πολλούς θα ξένιζε, ίσως και σε μένα. Δεν θα γλιτώσει από τον Μπέκα -ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα-, όπως και από τον Βάρναλη-διαβάστε τον μονόλογο του Μώμου- ούτε ο ομοφυλόφιλος, ούτε ο αγαπητικός μιας πόρνης. Μην νομίζετε δηλαδή πως τα γράφω αυτά για να πω πως ο Μπέκας είναι κανένα σύμβολο της επανάστασης. Τουναντίον.

Ο αστυνομικός αυτός είναι ένας άνθρωπος σαν κι εμάς. Κι η διασκέδαση που μας προσφέρει είναι κοινή. Για να περάσει η ώρα και να χαζέψουμε κάπως με φθόνο τις βρομιές και τα αίσχη των τότε πλουσίων. Άλλωστε εκείνη η εποχή της Ελλάδας της αβέβαιης πολιτικής κατάστασης, των διωγμών των αντιφρονούντων και του παρασιτισμού των ψευτοαστών που πλούτιζαν αναλαμβάνοντας δημόσια έργα και καταβροχθίζοντας τα δάνεια...έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Μου 'φεξε

Και ποιος θα μπορούσε να φέρει αντίρρηση πως ο έρωτας είναι σπουδαίο πράγμα. Όπως τον καταλαβαίνει ο καθένας. Σαν ένα πάθος, μια συντροφικότητα, μια ανάγκη να είσαι κοντά στον άλλο. Να επαναλαμβάνεις συχνά και μονότονα τις ίδιες τελετουργίες με τον εκλεκτό σου.

Είναι σίγουρα μια εμμονή. Κι έχει και ένα πάρε δώσε ύπουλο, μια μάχη κυριαρχίας. Τα έχουν πει τα τραγούδια κι οι ποιητές αυτά να μην τα επαναλαμβάνουμε. Και να μην είμαστε στενόμυαλοι. Έρωτας είναι και το πάθος ενός ανθρώπου για το φαγητό. Έρωτας είναι και η αγάπη για τη φύση και τα ζώα. Έρωτας είναι ακόμα και η αγάπη για το χρήμα. Ακόμα και η επιμονή του Πάσχου Μανδραβέλη να μας γράφει τα ίδια και τα ίδια βαρετά, χρόνια τώρα στην επιφυλλίδα του, ένας έρωτας είναι...

Και είμαι ευγνώμον πραγματικά και δόξα τω Θεώ που κι εγώ απολαμβάνω που και που τον έρωτα στην ζωή μου, έστω και περιστασιακά. Να τις προάλλες που ήμασταν αγκαλιά στα χαλίκια της πλαζ και είχες το χέρι σου ανάμεσα στα πόδια μου και μας νανούριζε το κύμα...έρωτας ήταν. Όχι βέβαια για τα όμορφα σου τα μάτια, ή τον καταυγασμένο απέραντο γιαλό...ούτε καν για το πονηρό σου χέρι. Πάνω από όλα ήταν έρωτας για τον εαυτό μου και την απίστευτη μου τύχη. 

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Κοντά στα ξερά...

Η σημερινή μέρα ήταν πολύ περίεργη. Δεν είχα συναισθήματα. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω, πως να το περιγράψω. Όμως δεν ένιωθα τίποτα. Επίτηδες το πρωί έμεινα σπίτι και σκέφτηκα ένα σωρό θλιβερά πράγματα να με αυθυποβάλω. Τίποτα.

Το απόγευμα σε ένα πάρτυ γενεθλίων έπιασα τον εαυτό μου να παρακολουθεί τους ανθρώπους σαν μέσα από σκάφανδρο. Μικρά πλαστικά πιατάκια με τούρτα, πολύχρωμα καπέλα, happy birthday to you. 'Τι είναι όλα αυτά, τι σημαίνουν;' σκέφτηκα κι έπειτα βάδισα αργά σαν δύτης στην έξοδο λέγοντας 'να τον χαίρεστε'.

Δεν πειράζει. Ανθρώπινα είναι αυτά υποθέτω. Όλοι έχουμε δικαίωμα στην ακεφιά.  Μόνο που φοβάμαι μήπως αυτό είναι κάτι σοβαρό, κάτι που θα μείνει. Αρχίζω και τη μετανιώνω εκείνη την απόφαση που πήρα να πάψω να σε αγαπώ...κοντά στα ξερά, μου φαίνεται, καήκανε και τα χλωρά.


Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Προσπέκτους

Η φωτογραφία υπήρξε αρχικά μια μαγική τεχνολογία. Δεν έχει κανείς παρά να κοιτάξει εκείνες τις κιτρινοπράσινες φωτογραφίες του περασμένου αιώνα. Όπως και τα παλιά σαρανταπεντάρια έτσι και αυτές κατέγραψαν κάτι πολύ ανθρώπινο και αληθινό. Δεν μιλώ για τη φωτογραφία ως τέχνη -αυτή δεν τη γνωρίζω- αλλά τη φωτογραφία ως καθημερινή ασχολία, ως τρόπο έκφρασης του μέσου ανθρώπου.

Με τις φωτογραφίες ο χρόνος που περνά έπαψε πια να είναι ποιητικό σχήμα. Τώρα είχαμε χειροπιαστά ντοκουμέντα για το κακό που μας συμβαίνει. Οι ζωές όλων μας, από τα παιδικά μας χρόνια μέχρι τους γάμους μας και τις βαφτίσεις των παιδιών μας απέκτησαν πάνω στο φωτογραφικό χαρτί μια υφή ονείρου.

Τα πράγματα όμως γρήγορα άλλαξαν. Ηumanity cannot bear much reality. Και πράγματι έτσι είναι. Σύντομα τα σαστισμένα σώματα των παλιών φωτογραφιών, τα κόκκινά μάτια κι οι άσχημες μούτες που δεν είχαμε τρόπο να διορθώσουμε σε ένα φιλμ έδωσαν τις θέσεις τους σε επιτηδευμένα χαμόγελα και μια επίπλαστη ευτυχία όπως αυτή των διαφημίσεων.

Ναι το ξέρω πως πάντοτε οι άνθρωποι στήνονταν μπροστά στο φακό όμως δεν είναι το ίδιο. Το διαδίκτυο και η τεχνολογία μας έδωσαν μια εξοικείωση που δεν την είχαμε. Με λίγα λόγια το μάθαμε το μέσο και καταφέρνουμε πια αρκετά επιτυχώς, όπως και στις περισσότερες εκφάνσεις της ζωής μας, να δείχνουμε αυτό που θέλουμε κι όχι αυτό που είμαστε.

Για αυτό και προσωπικά πια τις φωτογραφίες τις βρίσκω κάπως ντεμοντέ. Δεν ξέρω πως κι αν αυτό θα αλλάξει στο μέλλον αλλά έτσι μου φαίνεται. Μου βγάζουν μια εγωπάθεια κι έναν ναρκισσισμό που είναι για γέλια. Όπως εκείνο το πομπώδες σονέτο του Oronte στον μισάνθρωπο, λένε πολλά και στο τέλος δεν λένε τίποτα. Εξαίρεση ίσως είναι οι φωτογραφίες των εφήβων που ακόμα δεν έχουν δηλητηριαστεί και τόσο από τις κοινωνικές συνήθειες.

Τουλάχιστον, όσοι ακόμα τους αρέσει το άθλημα ας προσπαθήσουν να μην στήνονται, ας δώσουν χώρο στην αφηρημάδα και στο λάθος. Δεν είναι προσπέκτους η ζωή. Ο ερωτευμένος άνθρωπος, ο χαρούμενος άνθρωπος, ο εμπνευσμένος άνθρωπος, το ποιος είναι ο καθένας μας, θα φανεί στις 'απαρατήρητες τις πράξεις' όπως τις ονομάζει ο Καβάφης. Έτσι πρέπει γιατί σιγά σιγά αυτό που λέγαμε το 'μια εικόνα, χίλιες λέξεις' θα καταντήσει 'μια εικόνα...χίλια χασμουρητά'.


Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Ο Μαιτρ κι η Μαργαρίτα

Ένας άνθρωπος που βασανίστηκε πολύ από το Σοβιετικό καθεστώς ήταν ο συγγραφέας Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Δεν πήγε Σιβηρία, ούτε βέβαια βασανίστηκε σωματικά με τους πολλούς τρόπους που είχε το σταλινικό έκτρωμα να εξοντώνει τους αντιφρονούντες αλλά έζησε στο πετσί του όπως και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες την Σοβιετική λογοκρισία.

Το αριστούργημα του ο Μαιτρ κι η Μαργαρίτα, εξαιτίας αυτής της λογοκρισίας, κατέντησε ένα χρονοβόρο μαρτύριο. Σχεδόν δύο δεκαετίες πάλεψε με τους δαίμονες της ρωσικής ιντελιγκέντσιας. Απομονώθηκε. Απελπίστηκε. Πέρασε χίλια κύματα και λίγο πριν δώσει το τελικό φινίρισμα στο φιλόδοξο έργο του ξεψύχησε. 

Αυτό που ήθελα να πω και νομίζω είναι σχετικό με την εποχή μας είναι πως το πιο μεγάλο κρίμα αυτού του ανθρώπου δεν ήταν ούτε η παράλογη ψευδο-επιστημονική ιδεολογία του κουμουνισμού, ούτε το ίδιο το απεχθές πρόσωπο του δυνάστη Στάλιν. Αυτά ήταν γνωστά, συμπτώματα των αδύναμων καθεστώτων παντού και πάντοτε. Αυτό που τον πλήγωσε περισσότερο ήταν η στάση των ίδιων των ανθρώπων του, των καλλιτεχνών και των ανθρώπων του πνεύματος. 

Όλων αυτών που μπροστά σε όλες αυτές τις θηριωδίες νίψαν τας χείρας τους και είπαν 'ναι μεν, αλλά'. Για αυτό άλλωστε και κεντρικός χαρακτήρας και νοηματικός άξονας του βιβλίου είναι ο ίδιος ο Πόντιος Πιλάτος, ο άνθρωπος που γνωρίζει πως θα σκοτώσει έναν αθώο, που γνωρίζει το ηθικά σωστό όμως προτιμάει να μην πάρει θέση, κρυμμένος πίσω από έναν τεχνικό ορθολογισμό και μια νομική τυπολατρία.

Αυτό τον Πιλάτο μου θύμισαν όλοι οι αυτοί οι διανοούμενοι, οι υπέρμαχοι των ανανεωτικών ιδεών και του ορθολογισμού όταν με το αυταρχικό κλείσιμο της ΕΡΤ είπαν 'ναι μεν, αλλά'. Οι συνδικαλιστές, τα παράλογα έξοδα, οι χαμηλές τηλεθεάσεις...ψευτοδικαιολογίες, μασημένα λόγια. Δεν θέλω να αναλύσω το πως και το γιατί, γιατί δεν βγαίνει άκρη. Ο καθένας ας τα βρει με την συνείδηση του. Εγώ ούτε αριστερός είμαι, ούτε δημόσιος υπάλληλος, ούτε κανένας Ιακωβίνος, -το ίδιο μου κάνει ποιος θα είναι πάνω και ποιος κάτω- αλλά μάτια έχω και βλέπω...πως η λέξη δημοκρατία στην Ελλάδα έχει καταντήσει αστείο. 

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Η ανοιξιάτικη βροχή

Πολλές φορές σκέφτομαι τη ζωή μου μια τελειωμένη υπόθεση...θέλω να πω, πως οι αποφάσεις έχουν ληφθεί, τα χρόνια έχουν περάσει και δεν υπάρχει πια και το κουράγιο να αλλάξεις τα πράγματα.

Ίσως να άντεχα καλύτερα αν μου άρεσαν το καλοκαίρι ή οι εκδρομές ή τα ψώνια...αν είχα το ταλέντο να πείθομαι από τις μικρές καθημερινές απολαύσεις...αλλά όχι. Εγώ είμαι πολύ ξεροκέφαλος, πολύ αλαζόνας...για όλα αυτά.

Ακόμα και η ενασχόληση με την  τέχνη...είναι μέρες που μου φαίνεται μια επιτήδευση, ένας πιθηκισμός για αδύναμους ανθρώπους που δεν έχουν το κουράγιο να σταθούν απέναντι στη μοίρα της ζωής τους. 'Ποιος τον χέζει τον James Joyce...' μονολογώ.

Πολύ την ευχαριστιέμαι λοιπόν αυτή την ανοιξιάτικη βροχή. Γιατί για εμάς τους απαισιόδοξους είναι μια επιβεβαίωση της φιλοσοφίας μας. Ο ήχος της, τα χρώματά της.

Πολύ τον ευχαριστιέμαι επίσης αυτόν τον καινούριο έρωτα που εμφανίστηκε στη ζωή μου. Είναι αδιέξοδος και καταδικασμένος. Κι όταν μιλάω στο τηλέφωνο το βράδυ με την αγαπημένη μου, νιώθω μια ικανοποίηση, γιατί και η φωνή της είναι και αυτή μια επιβεβαίωση της φιλοσοφίας μου. Ένας τρυφερός αχός βροχής προτού αποκοιμηθώ.


Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Μου μυρίζει ανθρώπινο κρέας

Ίσως την πιο ξεχωριστή θέση στην βιβλιοθήκη μου αλλά και στην καρδιά μου έχουν τα παραδοσιακά ελληνικά παραμύθια που συνέλεξε κι επιμελήθηκε ο Γεώργιος Μέγας εικονογραφημένα από τον Φώτη Κόντογλου και τον Ράλλη Κοψίδη

Γνωμικά, αστεία και ολόκληρες αλλοπρόσαλλες ιστορίες της ελληνικής υπαίθρου αλλά και της μακρινής βυζαντινής καθημερινότητας.

Λες παραμύθια και συνήθως στο μυαλό σου έρχεται ένας παππούς με τα αφράτα ροδομάγουλα κοντά στο τζάκι να διηγείται. Όμως με αυτά τα παραμύθια είναι αλλιώς γιατί δεν είναι ξενόφερτα. Διαβάζοντας τα περπατάς μέσα στη ζέστη και τις καλαμιές, τους χωματόδρομους και τους ελαιώνες της Ελλάδας.

Το βασικό θέμα είναι η νίκη του αγνού, του αλλοπαρμένου επί της καθιερωμένης λογικής του κόσμου. Σπανοί, μισότρελοι, καλόγεροι, κουτσοί...αυτοί είναι οι ήρωες που με τα καμώματά τους κερδίζουν τις πιο όμορφες πριγκίπισσες καθώς βέβαια και την εύνοια των μαγικών φυσικών στοιχείων...των φιδιών, των πτηνών και των δράκων.

Έτσι θεώρησε τον κόσμο η λαϊκή σοφία. Και πολύ σωστά έκανε. "Ο λαός ανέκαθεν ξεπέρασε τους λογικούς φραγμούς, κι ένιωσε να επικοινωνεί με τη φύση ολόκληρη, αισθάνθηκε σαν πλάσματα αδελφικά τ' άλογα, τα "νοητάκια", τους σκύλους, τα πουλιά, τα ζώα", λέει ο Μέγας.

Πράγματι. Έτσι είναι. Ένας μεταφυσικός μισανθρωπισμός υποβόσκει στη λαϊκή σοφία, μια αίσθηση πως τα ήθη των 'ανθρώπων', τα κοινωνικά τους πρέπει και η σοβαροφάνεια δεν έχουν την ομορφιά, δεν έχουν την αγάπη και την λάμψη των ανυποψίαστων ζώων και των αλαφροΐσκιωτων ηρώων.

'Μου μυρίζει ανθρώπινο κρέας' λέει καχύποπτα ο νοικοκύρης δράκος που μπαίνει στο σπιτικό του μετά από πολλές μέρες ταξιδιών ή δουλειάς. Ανθρώπινο κρέας...τι κουβέντα, τι όμορφος μισανθρωπισμός.


Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Εκτός θέσης

Ζω σε μια μικρή πόλη. Είμαι ένας μικρός άνθρωπος και δεν θέλω πολλά από τη ζωή μου ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστέυω. Από πάντα το είχα στο μυαλό μου...  'Δεν θέλεις πολλά', μου έλεγα, 'δεν χρειάζεσαι πολλά για να είσαι ευτυχισμένος'.

Ένα ποτήρι μπύρα, κάποια σύντροφο, ίσως και μια μικρή για τα πιο ταπεινά ένστινκτα, ίσα ίσα να πεις πως έκανες και μια αμαρτία. Έστω για την χαρά να αγοράζεις προφυλαχτικά απ' το περίπτερο...

Έτσι ήθελα να κτίσω την ζωή μου, με τα πιο απλά υλικά. Χωρίς στόμφο, χωρίς φοβερές αποκλίσεις από την πλειοψηφία, χωρίς ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα, χωρίς πάθος για μεγαλουπόλεις, ακριβά ρεστοράν και μουσεία μοντέρνας τέχνης.

Και πράγματι έτσι έγινε. Μικροαστικά. Με μια μετρίως αμοιβόμενη δουλειά. Με κανένα μπαράκι για την παρασκευή το βράδυ όπου πηγαίνουν άνθρωποι σαν κι εμένα που τους αρέσει η λίγο πιο καλή μουσική. Που σε γενικές γραμμές είναι δημοκράτες. Συζητάνε. Κάποιοι διαβάζουν βιβλία ή έχουν αρκετά εξειδικευμένες γνώσεις για το μοντέρνο σινεμά...

Τέτοια σκεφτόμουν γυρνώντας κι από την αποψινή καθιερωμένη μπύρα, μόνο που η καρδιά μου δεν έλεγε να ησυχάσει...δεν γινόταν να καταναγκαστεί.