Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Σαν να μην υπήρξανε ποτέ

'Να σηκωθείς και να προχωρήσεις το μεσημέρι το δρόμο από την Ιερουσαλήμ προς την Γάζα. Εκεί είναι η έρημος', είπε η φωνή του Αγγέλου στον Φίλιππο. Έτσι ξεκινάει η μικρή ιστορία του ευνούχου Αιθίοπα και του ευαγγελιστή Φίλιππου από τις Πράξεις των Αποστόλων της Καινής Διαθήκης.

Και ο Φίλιππος ακούει το θέλημα του Κυρίου και σηκώνεται να πάει στην έρημο όπου συναντά τον Αιθίοπα ευνούχο. 'Και ιδού ανήρ Αιθίοψ ευνούχος δυνάστης Κανδάκης της βασιλίσσης Αιθιόπων'. Δυνάστης δηλαδή άνθρωπος με πολύ υψηλό αξίωμα. Τώρα πολύ συζήτηση έχει γίνει και θα γίνεται για το τι ακριβώς η λέξη Αιθίοψ σηματοδοτεί. Ήταν μαύρος; Ήταν απλά υπήκοος αυτής της χώρας, πιθανόν εβραϊκής καταγωγής, που είχε ανέλθει σε υψηλό αξίωμα; Το σίγουρο είναι πως ήταν ένας άνθρωπος διαφορετικής εθνικότητας. Άλλωστε το ότι δεν αναφέρονται όπως σε άλλες περιπτώσεις στις Πράξεις περαιτέρω πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά και την καταγωγή του δίνει από μόνο του μια νότα μυστηρίου κι εξωτισμού.

Το γεγονός πως είναι ευνούχος βέβαια εντείνει αυτή την αίσθηση. Οι ευνούχοι είναι το τρίτο φύλλο κυριολεκτικά, το οποίο δημιούργησαν οι ίδιοι οι άνθρωποι με μαχαίρι κι όχι ο Θεός. Παιδιά του 'ανθρώπου' λοιπόν και των συστημάτων εξουσίας του που αντιλαμβάνονταν τους υπηκόους των βασιλείων και των αυτοκρατοριών όπως τα κοπάδια των ζώων, σημαδεύοντας, ακρωτηριάζοντας για τους δικούς τους σκοπούς. Η Vanna de Angelis στο σύγγραμμα της για τους ευνούχους μας παρουσιάζει με γλαφυρότητα την βαναυσότητα του ευνουχισμού εκείνη την εποχή. Ένα πρώιμο, πειραματικό χειρουργείο που συχνά οδηγούσε στον θάνατο του ευνουχισμένου αλλά ακόμα και στις περιπτώσεις που επιζούσε θα βασανιζόταν δια βίου από αφόρητους πόνους αλλά και από την προσπάθεια να ουρήσει χρησιμοποιώντας ένα ειδικό σωλήνα.

Την ίδια στιγμή αυτά τα αλλόκοτα πλάσματα απέπνεαν έναν επικίνδυνο αισθησιασμό. Η ζωή τους στα κρυφά δωμάτια των γυναικών, η συνύπαρξη τους με τα αθέατα γυναικεία σώματα στο λουτρό, εκείνο το άβατο για το χυδαίο κουβεντολόι που κάνουν οι άνθρωποι όταν ξεπλένονται κι αναπαύονται από τον έρωτα ... αλλά και το ίδιο το παρουσιαστικό τους που ήταν ένα περίεργο αμάλγαμα ανδρόγυνων χαρακτηριστικών -άτριχοι, με απαλό δέρμα και παράξενο συνήθως σκελετό-, αποτέλεσμα των ορμονικών επιπτώσεων που είχε ο ευνουχισμός, τους καθιστούσε πολλές φορές ένα σκοτεινό αντικείμενο πόθου, θελκτικότερο  κι από τις ίδιες τις βασίλισσες που υπηρετούσαν.

Συναντά λοιπόν ο Φίλιππος τον Αιθίοπα ευνούχο στην έρημο της γάζας 'καθήμενο επί του άρματος αυτού και ανεγίγνωσκε τον προφήτην Ησαΐαν'. Και τότε το πνεύμα επανέρχεται στο μυαλό του αποστόλου και λες και τον έτρωγε ένας δισταγμός κι ένα σάστισμα στη θέα του παράξενου άνδρα, τον παρακινεί να πάει κοντά του. 'πρόσελθε και κολληθήτι τω άρματι τούτω' του λέει το πνεύμα.

Πλησιάζει ο Φίλιππος κι ακούει τον ευνούχο να διαβάζει τον προφήτη Ησαΐα. 'Καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις;' τον ρωτάει. 'Πως μπορώ' απαντά εκείνος 'αν δεν έχω κάποιον να με καθοδηγήσει;'. Η γλώσσα των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης όπως του Ησαία, παραληρηματική, γεμάτη απόγνωση, με όλη την ένταση της απώθησης της επιθυμίας και της έκρηξης που είχε η ιστορία ένος έθνους όπως των Εβραίων, δεν μπορεί να ερμηνευθεί από τον ευνούχο. Άλλωστε μια ερμηνεία εθνικού τύπου, πως δηλαδή ο προφήτης μιλάει για την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας του λαού των Ιουδαίων, θα έπεφτε στο κενό αφού ο ευνούχος είναι ξένος.

Προσκαλεί τον Φίλιππο να ανέβει μαζί του στο άρμα να συζητήσουν. Μια ωραιότατη σκηνή που μας θυμίζει τα εσταντανέ των αστών στην πόλη αιώνες αργότερα και την ανάγκη τους για ήρεμο πολιτισμένο διάλογο. Μόνο που εδώ είναι έρημος, καύσωνας και ανυδρία. Το απόσπασμα που διαβάζει ο ευνούχος είναι αυτό που μιλάει για εκείνον που οδηγήθηκε σαν πρόβατο στη σφαγή, βουβός χωρίς να ανοίγει το στόμα να μιλήσει. Αναρωτιέται λοιπόν. 'Για ποιόν άραγε μιλάει; ποιος είναι αυτός που οδηγείται σαν πρόβατο στη σφαγή, ο ίδιος ο προφήτης ή κάποιος άλλος;'. Και τότε ο Φίλιππος του εξηγεί για τον Ιησού.

Φτάσανε λοιπόν κάποια στιγμή κοντά σε ένα σημείο με νερό και ο ευνούχος αναρωτιέται αν υπάρχει κάτι που να τους εμποδίζει να κατέβουν και να βαφτιστεί. 'Αν πιστεύεις με όλη σου την καρδιά πάμε' του απαντά εκείνος. Κι έτσι κατεβαίνουν οι δυο τους και εισέρχονται στο νερό και τον βαφτίζει. Κι είναι όταν βγαίνουν από το νερό στάζοντας σαν εραστές ή απλά φίλοι, που το πνεύμα του Κυρίου αρπάζει τον Φίλιππο και τον παίρνει μακριά. Κι από τότε ο ευνούχος δεν θα ξαναδεί ποτέ τον Φίλιππο, όμως θα πορεύεται 'την οδόν αυτού χαίρων'.

Λίγο έως πολύ αυτή είναι όλη η ιστορία του πρώτου Χριστιανισμού. Ένα συγκλονιστικό άνοιγμα της εβραϊκής παράδοσης με τα καλά και τα κακά της στην πολύχρωμη μεσογειακή κοινότητα των Ρωμαϊκών χρόνων. Ο Θεός των Ιουδαίων, περιφρονημένος και σε ένα βαθμό συμπλεγματικός εκ των πραγμάτων ανοίγει τώρα τα χέρια του για να προσεταιριστεί κάθε λογής ετερότητες, εθνικές, σεξουαλικές, κοινωνικές, τον οποιοδήποτε δηλαδή ετεροπροσδιορίζεται σε σχέση με το κυρίαρχο στάτους κβο. Απέναντι στον κλασσικό κανόνα με την παγανιστική φιλοσοφία και την ρητορική των δικαστηρίων και τις σοφιστείες των φιλοσόφων θα σταθεί η αλήθεια του σουρεαλισμού των πεινασμένων προφητών της ερήμου, του Θεού της εκδίκησης και της οργής, και του θεανθρώπου που είναι ένας από εμάς και οδηγείται ανήμπορος  σε κάθε λογής ευτελισμούς και εν τέλει την σταύρωση, χωρίς να αντιδράσει, με την υπόσχεση μιας επερχόμενης σωτηρίας.

Η νέα θρησκεία έχει τρομερές επαναστατικές προοπτικές. Για αυτό και ο Παζολίνι θα οραματιστεί κάποια στιγμή ένα κινηματογραφικό έπος -που ποτέ δεν θα πραγματώσει- με τον απόστολο Παύλο σε ρόλο Ουλιάνοφ Λένιν. Κι αν όχι επαναστατικές με τον τρόπο που τον αντιλαμβανόμαστε εμείς, σίγουρα όμως ανατρεπτικές με την έννοια της καθολικής ερμηνείας του κόσμου μέσα από τα μάτια περιφερειακών και περιθωριακών κοινοτήτων και ανθρώπων που νιώθουν να συνθλίβονται από την επέλαση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Πίσω στην ιστορία του Φίλιππου και του Ευνούχου, ίσως το πιο γοητευτικό στοιχείο πέρα από τον έκδηλο ερωτισμό, είναι εκείνη η ανάγκη του ευνούχου για βοήθεια στην εξήγηση αυτού που διαβάζει. Άραγε αυτός ο σφαγμένος αμνός να του θυμίζει τον εαυτό του; Τον τρόπο που και ο ίδιος θυσιάστηκε χάνοντας ίσως ότι πολυτιμότερο είχε; Ποιος φιλόσοφος, ποιος ρήτορας των ρωμαϊκών δικαστηρίων, ποια σοφιστεία να αποκαταστήσει και να δικαιολογήσει το τραύμα του; Αντιθέτως ο παραληρηματικός, αιματοβαμμένος λόγος του προφήτη τον γοητεύει όμως δεν του είναι εκατό τοις εκατό κατανοητός. Χρειάζεται μια ερμηνεία, μια επικύρωση της αλήθειας από μια αυθεντία. Όμως οι αυθεντίες του κόσμου σε τέτοια ζητήματα έχουν τις απαντήσεις έτοιμες.Έτσι είναι κι έτσι θα είναι ο κόσμος πάντα, λένε. Δεν θα αλλάξει ποτέ. Το αίμα σου είναι φυσικό φαινόμενο.  Τα λόγια του προφήτη σου είναι τα λόγια ενός παράφρονα. Οι κοσμικές αυθεντίες δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν πέρα από τον 'ορθολογισμό' του ισχυρού. 

Και τότε εμφανίζεται ο Φίλιππος, κοινωνός της νέας πίστης, που προσφέρει την δικιά του ερμηνεία μέσω ενός προσώπου που κύρηττε αυτόκλητα την θεϊκή του προέλευση, του Ιησού. Υποθέτω πως η Βίβλος έχει ψωμί για όλους και για όλα. Όμως εγώ κρατώ αυτήν εδώ την μικρή ιστορία και όλα τα ενδεχόμενα που ανοίγει η αφηγηματική της τέχνη. Πάνω από όλα το δικαίωμα που παρέχει σε κάθε λογής άνθρωπο βασανισμένο ή αποκλεισμένο ή απλά διαφορετικό να αντλήσει την αυθεντία για την επικύρωση της προσωπικής του αλήθειας εδώ και τώρα. Από τους αγγέλους και τα πνεύματα τους και από τους ευαγγελιστές εραστές που έρχονται και φεύγουν -όπως ο Φίλιππος- σαν να μην υπήρξανε ποτέ ...


Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Mini jobs

Οι άντρες είναι πολύ δυστυχισμένα πλάσματα. Περίπου το ίδιο δυστυχισμένα με τις γυναίκες. Τώρα που το σκέφτομαι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ... μπορεί και περισσότερο. Εν πάσει περιπτώσει τότε ήμασταν ακόμα πολύ νέοι για να να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το οτιδήποτε από όλα αυτά. Οι ζωές μας άλλωστε δεν ήταν τίποτα περισσότερο από το άθροισμα των προσδοκιών και των ανησυχιών των γονιών μας και ήταν ελάχιστα αυτά που μπορούσαμε να κάνουμε με δική μας πρωτοβουλία. Εκτός βέβαια από τα να αποτύχουμε. Και ακριβώς αυτό επιλέξαμε να κάνουμε.

Τα δωμάτια μας ήταν το ένα πλάι στο άλλο, τα κλασσικά φοιτητικά δωμάτια, σε μια εστία με κεραμίδια στα προάστια μιας από τις πολλές βρετανικές κωμοπόλεις που τελειώνει σε 'shire' και οι στενοί της δρόμοι όζουν με μπύρα και ούρα και βροχή. Shitshire, bloodyshire, nofutureshire κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν μας πήρε και πολύ να εγκλιματιστούμε.

Εγώ ίσως γιατί είχα διαβάσει πολλά βιβλία και ερχόμουν από ένα σπίτι που ήθελα να ξεχάσω και ο φίλος μου επειδή δεν είχε διαβάσει ποτέ του τίποτα. Ήταν χοντρός με δυο  ανέκφραστα μάτια και είχε λεπτά μαλακά χέρια που ίδρωναν σε υπερβολικό βαθμό. 'Χοντρέ έκανες το πληκτρολόγιο σκατά πάλι' του έλεγα κι εκείνος με κοιτούσε καπνίζοντας το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο. Με κοιτούσε και τα μάτια του βούλιαζαν μέσα στις ζάρες τους. Μου πήρε λίγο καιρό να καταλάβω πως αυτή ήταν μια έκφραση υπέρτατης ηδονής. Του άρεσε του φίλου μου να τα κάνει σκατά.

Η αλήθεια είναι πως στην αρχή κάναμε μερικές προσπάθειες να γίνουμε φοιτητές. Παρακολουθήσαμε μερικές διαλέξεις, πήγαμε στα καθιερωμένα pub crawl, καθίσαμε στην βιβλιοθήκη ήσυχοι ήσυχοι να διαβάσουμε όπως όλοι. Όμως δεν βγήκε τίποτα καλό από όλα αυτά. Οι καθηγητές ήταν πολύ καχύποπτοι μαζί μας -κάτι το οποίο τότε πίστωνα στο μεσογειακό μας παρουσιαστικό-, οι συμφοιτητές μας πολύ χαρούμενοι για τα γούστα μας και τα κορίτσια μια άγνωστη ήπειρος που είχαμε γνωρίσει μόνο από φωτογραφίες στα πορνοπεριοδικά...

Στην ουσία ήμασταν ακόμα παιδιά. Δυο άβγαλτα, καλομαθημένα παιδιά μεσαίων οικογενειών που διατηρούσαν ακόμα πολλές από τις συνήθειες των σπιτιών τους. Ξέραμε ελάχιστα πράγματα για την ζωή. Εγώ ήξερα να κάθομαι και να διαβάζω μυθιστορήματα ωσότου να με πάρει ο ύπνος. Κι ο Σ. -φίλος μου- είχε μια εξαιρετική ικανότητα να κάνει γνωριμίες με διάφορους περίεργους στις pub συνήθως μαύρους ή κοντόχοντρους λευκούς. Δεν καταλαβαίναμε και πολλά με τα αγγλικά του φροντιστηρίου που μιλούσαμε τότε. Όμως η μπύρα έρεε άφθονη και φεύγοντας από τις pub θα επισκεπτόμασταν κάποιο σπίτι, περίπου σαν το δικό μας, με την ίδια βρώμικη πράσινη μοκέτα και τα ξύλινα παράθυρα και εκείνη την απαίσια αποφορά της υγρασίας. Και τότε κάποιος από τους μυστήριους μαύρους ή κοντόχοντρους λευκούς θα έβγαζε από μια σακούλα ένα κομμάτι μαύρο ή θα έστρωνε μια γραμμή στο τραπέζι να σνιφάρει...

Δεν χρειάστηκε και πολύς καιρός ώστε ο Σ. να γίνει ειδικός στα drugs και τον θυμάμαι ακόμα πως γέμιζε την συρταριέρα στο δωμάτιο του με επιμέλεια...με μικρά κουτάκια -ξεχωριστά- για τα χαπάκια και για την κόκα και για το χόρτο. Ξαγρυπνούσαμε τα βράδια μαζί κι εγώ συνέχιζα να διαβάζω όσο αυτός τύλιγε με λαιμαργία τα τσιγάρα του κι έκοβε τις γραμμές του. Κι είχε πάντα το ίδιο απαθές βλέμμα καθώς τα μάτια του βυθίζονταν μέσα στις ζάρες τους. Ένα βλέμμα υπέρτατης ηδονής. Ενίοτε δοκίμαζα κι εγώ χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Παρόλαυτα μου άρεσε που η ζωή μας δεν είχε κανένα απολύτως νόημα και που δεν πατούσαμε ποτέ στη σχολή.

Ήταν κάπου τότε που μέσω κάποιου  γνωστού βρήκα την πρώτη μου δουλειά σε ένα γαλλικό -ο θεός να το κάνει- εστιατόριο. Ήταν ένα μικρό μαγαζάκι στο κέντρο της πόλης βαμμένο κόκκινο με ένα γελοίο όνομα που υποτίθεται παρέπεμπε στο Παρίσι. Με μικρά ξύλινα κυκλικά τραπεζάκια και σερβιτόρους που φορούσαν μπερέ. Είχε χάρτινους καταλόγους γραμμένους στα γαλλικά και στα αγγλικά. Υποτίθεται πως πρόσφερε αυθεντική γαλλική κουζίνα και από το μικρό παραθυράκι στη σάλα μπορούσες να δεις έναν κλασσικό σεφ με άσπρη στολή και καπέλο να κουνάει τα χέρια του και να δουλεύει πυρετωδώς. Και ήταν σχεδόν αδύνατο να γνωρίζεις αν δεν είχες δουλέψει ο ίδιος εκεί πως ο πολυάσχολος σεφ δεν είχε ιδέα από μαγειρική και πως το μόνο που ήξερε να κάνει ήταν να ξετυλίγει συσκευασίες και να τις πετάει στα μικροκύματα.

Έπιασα λοιπόν δουλειά για πρώτη φορά στη ζωή μου, δύο σπαστά τρίωρα ή τετράωρα την ημέρα για ένα πενιχρό μισθό. Και το έβρισκα πολύ διασκεδαστικό που το γαλλικό εστιατόριο ήταν τόσο απάτη και το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να ξεφορτώνουμε κιβώτια και να ξετυλίγουμε συσκευασίες και στο τέλος της βάρδιας να πετάμε τα σκουπίδια. Κι ακόμα πιο διασκεδαστικό μου φαινόταν πως οι Άγγλοι συνάδελφοι μου για να τα βγάλουν πέρα αναγκάζονταν να δουλεύουν δυο και τρεις τέτοιες δουλειές. Έτσι ο 'Γάλλος' σερβιτόρος με μπερέ θα σχόλαγε για να φορέσει την στολή του 'ιταλού' πιτσαδόρου ή το καπελάκι των Μακντόναλτς εκτελώντας πάντα τα ίδια καθήκοντα για να σερβίρει εν τέλει το ίδιο σκατένιο φαγητό.

Το βράδυ επέστρεφα στα βιβλία μου αποτελειωμένος από την κούραση με μια πρωτόγνωρη ενάργεια στη σκέψη. Κι ο φίλος μου ήταν εκεί πάντα στην ίδια θέση να με φιλέψει τα 'καλύτερα' που είχε μπορέσει να βρει. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που τα 'καλύτερα' ήταν πολύ ακριβά και αναγκαζόμουν να συνεισφέρω τον πενιχρό μισθό μου. Ένα τέτοιο βράδυ γύρισα σπίτι για να βρω τον Σ. στην θέση του όπως πάντα 'λιωμένο' κι από δίπλα έναν αδύνατο τύπο με μεγάλη μύτη να κουνάει τα χέρια ζωηρά.

Joder man, who is this guy? μου είπε και με κοίταξε γελώντας.

Είχε πολύ μπάσα φωνή και ισπανική προφορά. Μπορούσες να δεις τις πρησμένες φλέβες στα χέρια του. Ο Σ. μου εξήγησε πως ήταν Βάσκος και πως ήταν πρεζάκιας και πως είχε έρθει για business. Είπα hi κι έπεσα στο κρεβάτι. Κι εκείνος συνέχισε να κουνάει τα χέρια του.

Hey I like this guy. είπε και πήρε το τσιγαριλίκι από το χοντρό να ρουφήξει. He s my man.

Την επομένη βρισκόταν στο εστιατόριο που δούλευα. Είχε κάτσει σε ένα τραπεζάκι κι έπινε καφέ και ρωτούσε για μένα. Εμφανίστηκα με την ποδιά της δουλειάς και με μια σφουγγαρίστρα στα χέρια.

what the fuck is the matter with you? μου είπε.

Του απάντησα πως είχα σφουγγάρισμα. Κι αυτός μου είπε πως αυτή δεν ήταν δουλειά για μένα και πως θα με έπαιρνε από εκεί μέσα. 'Joder you re the man. Υou are not for this shithole'. Σε λίγες ώρες όταν σχόλασα τον ακολούθησα σε μια πάμπ όπου μου εξήγησε πως μπορούσαμε να κάνουμε big money και πως θα τα τσεπώναμε χοντρά από τους Άγγλους. Μου είπε ακόμα πως δεν έπρεπε να τον βλέπω στην κατάσταση που ήταν τώρα γιατί ήταν απόφοιτος φιλοσοφίας και πως παρότι η ζωή του είχε φερθεί πολύ άσχημα είχε καταφέρει να επιβιώσει. Δεν παρέλειψε βέβαια να μου πει πόσο πολύ με συμπαθούσε και πως ήμουν the man και να κατεβάσει το ζωηρό του χέρι με δύναμη πάνω στην πλάτη μου. 'I like you man, you are like me a survivor' μου είπε.

Και κάπως έτσι γίναμε αχώριστοι εμείς οι τρεις εγώ ο χοντρός κι ο Αλμπέρτο. Η ιδέα ήταν πως θα περνούσαμε drugs -κυρίως χόρτο- στους φοιτητές της εστίας. Μας έδωσε και μια ζυγαριά για να μοιράζουμε σωστά τις ποσότητες. Και πράγματι ήταν μια υπέροχη δουλειά. Μερικούς που εμπιστευόμασταν τους δεχόμασταν στο δωμάτιο όπου ο χοντρός τσέπωνε με ύφος επιστήμονα τα λεφτά και έδινε τα σακουλάκια, όμως τους περισσότερους τους συναντούσα εγώ έξω, είτε σε παμπ, είτε στα δωμάτια τους. Υποθέτω πως ήταν κάτι σαν κονσομανσιόν. Το όλο θέμα ξεκινούσε κάπως σαν φιλία ... τι μουσική ακούς, τι βιβλία σου αρέσουν, κι ύστερα ατελείωτες συζητήσεις για την ζωή και τους ανθρώπους τις οποίες φρόντιζα να εμπλουτίζω με διάφορες φιλοσοφίες που ξεσήκωνα από τα βιβλία μου. Κι ύστερα ανάβαμε ένα τσιγάρο και φεύγοντας τους εξηγούσα πως αν ήθελαν κι άλλο ήξεραν που θα με βρουν.

Το βράδυ συχνάζαμε σε ένα υπόγειο τζαζ κλαμπ που παίζανε οι φοιτητές μιας μουσικής σχολής της πόλης. Φυσικά εγώ κι ο χοντρός εκείνη την εποχή δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε το σαξόφωνο από το κλαρίνο όμως μας άρεσε που πηγαίναμε εκεί και νιώθαμε σαν αληθινοί γκάνγκστερ όσο ο Αλμπέρτο ρουφούσε τα τσιγάρα του κι επευφημούσε με την μπάσα φωνή του στα ισπανικά. Ενίοτε κουβαλούσε μαζί του και την κοπέλα του την μοναδική γυναίκα που μας πλησίαζε και πλησιάζαμε. Μας φαινόταν περίεργο πως ένας άνθρωπος με τόσο μεγάλη μύτη μπορούσε να έχει μια τόσο ωραία γυναίκα. Σκεφτόμασταν πως ίσως να την είχε γοητεύσει με την φιλοσοφία του.  Η Μιράντα είχε κοντά μαλλιά και ωραία χείλη και ζούσαμε για την στιγμή που θα την συναντούσαμε και θα μας φιλούσε -όπως συνηθίζουν οι Ισπανοί- τρεις φορές σταυρωτά...

Κοιμόμασταν ήσυχοι εγώ με το δάχτυλο στο στόμα και κάποιο βιβλίο ανοιχτό στα χέρια μου κι ο φίλος μου με τα ζαρωμένα μάτια του κλειστά και τα ζύγια τακτοποιημένα μαζί με τα λεφτά και τα κουτάκια στο συρτάρι, γνωρίζοντας πως η ζωή μας δεν είχε κανένα απολύτως νόημα και πως δεν θα πατούσαμε ποτέ ξανά στη σχολή. Και στο πίσω μέρος του μυαλού μας υποθέτω πως πιστεύαμε πως κάποια στιγμή θα γνωρίζαμε εκείνη την άγνωστη ήπειρο των τροπικών μουνιών στα περιοδικά -εγώ με την δύναμη των βιβλίων μου και των φιλοσοφιών μου όπως ο Αλμπέρτο- κι ο Σ. με τα χρήματα του και την ικανότητα του για business.

Μια μέρα γύρισα σπίτι αργά από τις συνηθισμένες εξορμήσεις μου.  Βρήκα τον Σ. στην πόρτα να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο νευρικός.  'Συμβαίνει κάτι' τον ρώτησα. Πήγαινε πάνω κάτω και δεν μου έλεγε κουβέντα. Άναψε ένα τσιγάρο, πήρε μια γερή τζούρα και προχώρησε στις σκάλες. Βρήκαμε τον Αλμπέρτο να μας περιμένει στο δωμάτιο, χωρίς μπλούζα.

Joder man i need a fix, you got to find me a fix. φώναζε κι όλο το σώμα του έτρεμε.

Όλο το υπόλοιπο βράδυ ψάχναμε για μιαν άκρη για την δόση του Αλμπέρτο. Ήταν μια νύχτα με αφόρητο κρύο και η πόλη ήταν σκοτεινή εκτός από τις συνηθισμένες pub με τις αναμμένες επιγραφές τους και τα φώτα των ελάχιστων αυτοκινήτων που περνούσαν.  Λιώσαμε στους δρόμους ώσπου να βρούμε μισό γραμμάριο από τους πιο αναξιόπιστους ντήλερ, προσφέροντας ένα σωρό εκδουλεύσεις και δίνοντας τα τριπλά λεφτά από το κανονικό. Επιστρέψαμε σπίτι για να βρούμε τον Αλμπέρτο μπρούμυτα στο πάτωμα. Το δωμάτιο μύριζε σκατά. Είχε ξεράσει παντού. Ο Σ. τον βοήθησε να σηκωθεί κι εγώ του μαγείρεψα  όπως όπως την δόση του. Τον πήγαμε στο κρεβάτι. Είχε σκαρί αληθινού αγίου, όλο κόκαλα, όπως αυτών στις βυζαντινές εικόνες.  Τον θυμάμαι ακόμα να μας ευχαριστεί μόλις ηρέμησε κλαίγοντας σαν μικρό παιδί. 'You are the man' μου έλεγε και σκούπιζε τα δάκρυα με το χέρι απ' τα μάτια του.

Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ εκείνο το βράδυ. Αργά το ξημέρωμα έπιασα να καθαρίζω τα σωθικά του Αλμπέρτο από την μοκέτα. Αυτό ήταν έλεγα από μέσα μου. Τελείωσε. Αυτή η κατάντια έπρεπε να σταματήσει. Ήταν κάπου εκείνες τις μέρες που συνάντησα ένα γνωστό και μου είπε για ένα εστιατόριο πολυτελείας στο κέντρο που ζητούσε άτομα. 'Good pay' μου είπε. 'Decent job'. Του ζήτησα το τηλέφωνο για να κλείσω μια συνέντευξη.

Ανακοίνωσα στους φίλους μου την απόφαση μου να ξεκόψω. Ο Σ. δεν είπε τίποτα μόνο συνέχισε να καπνίζει με τα μάτια του να βυθίζονται όπως πάντα στις ζάρες τους. Κι ο Αλμπέρτο μου είπε πως δεν υπήρχε θέμα και πως όπως και να έχει θα ήμουν πάντα his man. Αγκαλιαστήκαμε σαν αληθινά αδέλφια και κάναμε το τελευταίο μας τσιγάρο και την τελευταία μας εξόρμηση στην pub. Την επομένη επισκέφτηκα ξανά την σχολή όπου αφού κατάπια ένα σωρό προσβολές και ειρωνείες αγγλικού στυλ τελικά διαβεβαιώθηκα πως δεν είχαν όλα χαθεί και πως αν προσπαθούσα θα μπορούσα να συνεχίσω τις σπουδές μου και να μην χάσω την χρονιά.

Για την συνέντευξη ντύθηκα όσο καλύτερα μπορούσα. Με καθαρό πουκάμισο και τα καλά παπούτσια της δουλειάς φρεσκοβαμμένα. Είχα μείνει ξενέρωτος για μέρες. Στον καθρέφτη ένιωθα επιτέλους ξανά άνθρωπος. Έφτασα στο εστιατόριο αρκετή ώρα νωρίτερα και με υποδέχθηκε ένας χαμογελαστός μαιτρ...κάθισα σε ένα τραπέζι και μου προσφέραν κάτι να πιω. Ήταν ένα όμορφο μαγαζί με μοντέρνα διακόσμηση και μεγάλους πρωτότυπους ποπ αρτ πίνακες στους τοίχους. Ο μάνατζερ κατέφθασε χαμογελαστός κουβαλώντας τα ερωτηματολόγια. Κάναμε μια ευχάριστη κουβέντα όπου του είπα τα πάντα για τις φιλοδοξίες μου για το μέλλον, για τις σπουδές μου και την αγάπη μου για την δουλειά. Ήταν τόσο φιλικός. 'So tell me Giorgos, what's your dream' μου είπε. Κι εγώ του είπα το πάθος μου για τα βιβλία και πως μια μέρα θα γινόμουν συγγραφέας. Κι αυτός ενθουσιάστηκε και μου έδωσε το χέρι του κι ύστερα υπογράψαμε τα συμβόλαια.

Πήγαμε μαζί στα δωμάτια πίσω από την κουζίνα και βρήκαμε μια στολή στα μέτρα μου. Σε λίγο είχα αλλάξει και φορούσα ένα καλό παντελόνι και πουκάμισο και γιλέκο. 'Follow me' μου είπε και βγήκαμε στη σάλα και μετά ανεβήκαμε μια σειρά από πλατιές σκάλες ντυμένες με χαλί. Έσπρωξε την πόρτα και βρεθήκαμε στις τουαλέτες των ανδρών. Μια σειρά από λεκάνες για κατούρημα στα όρθια και δυο νιπτήρες πολυτελείας με αυτοματισμό. 'Give me a sec mate, will you' μου είπε και βγήκε για λίγο. Επέστρεψε κουβαλώντας έναν κουβά και μια σφουγγαρίστρα.

'Last night we had a bachelor's. The boys had a few too many' είπε. Κοίταξα γύρω από τις λεκάνες τις ακαθαρσίες από τις αστοχίες των αγοριών.

'You can start by cleaning all that piss', κατέληξε κι έφυγε κλείνοντας πίσω του την πόρτα.

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Η μουσική είναι στην καρδιά

Τον γνώρισα όταν ήμουν πολύ μικρός ακόμα, λιγότερο από πέντε. Μια θολή ανάμνηση, στην καταπράσινη αυλή μας, ο Μισέλ από το Παρίσι με την μικρή βαλίτσα κι ένα τεράστιο κοντραμπάσο. Δεν έχω ιδέα από ποια μεριά και πως ήμασταν συγγενείς, πάντως ήμασταν...γιος από τον δεύτερο γάμο κάποιου προπάππου μου, προγιαγιάς μου...δεν είμαι σίγουρος. Ήταν από πάντα λίγο άστατο στα ερωτικά το σόι μου.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον αντίκρισα στο στενό διάδρομο του σπιτιού έξω από το μπάνιο όταν περιμέναμε ουρά να μπούμε. Ο παππούς μου ρωτούσε γιατί αργεί,  και η γιαγιά μου καθόταν δαγκωμένη και περίμενε κι αυτή. Περίμενα κι εγώ σε μια γωνιά να δω ποιος είναι αυτός ο τύπος ο Μισέλ που είχε έρθει από το Παρίσι.

Τον θυμάμαι σαν τώρα να βγαίνει από το μπάνιο τυλιγμένος με την πετσέτα, ένας μικροκαμωμένος άνθρωπος, με ένα λεπτό σιδερένιο σκελετό στα μάτια, τα λίγα μαλλιά του χτενισμένα στα πλάγια. Στα χέρια του κρατούσε κλαδιά από μυρτιές που έσταζαν νερά...

'Θεία' είπε στη γιαγιά μου με μελαγχολικό ύφος, 'το μπάνιο με μυρτιές είναι το πιο καλό φάρμακο. Δυστυχώς στο Παρίσι δεν έχουμε την πολυτέλεια να  κάνουμε μπάνιο με μυρτιές.'

Είχε γαλλική προφορά όπως αυτή που θα έκανε κοροϊδεύοντας κάποιος χρησιμοποιώντας γ αντί ρ. Το Παγίσι...

Μετά θυμάμαι που προσπαθούσαμε όλοι μαζί να χωρέσουμε το τεράστιο κοντραμπάσο του μέσα από την πόρτα της κουζίνας. Ο ίδιος ήταν τόσο μικροκαμωμένος που δεν είχε  δύναμη να σπρώξει. Έσπρωχνε ο παππούς που έσταζε ολόκληρος, έτοιμος να εκραγεί και να τον στείλει στο διάολο. Αργότερα όσο ο Μισέλ έπαιρνε τον μεσημεριανό του ύπνο μου εξήγησαν πως ήταν ένα ορφανό παιδί από το χωριό που μεγάλωσε χάρη στην καλοσύνη των συγγενών. Μου εξήγησαν και την γενεαλογία με τους παππούδες χωρίς να βγάλω ούτε εγώ, ούτε αυτοί άκρη και μου είπαν ακόμα πως στα δεκαοχτώ του αποφάσισε να πάει στο Παρίσι και να γίνει μουσικός και πως όνειρό του ήταν να παίξει στη συμφωνική της πόλης. Για την ώρα ζούσε σε ένα κοινόβιο και τρεφόταν από τα δημοτικά συσσίτια. Τους ρώτησα για το τεράστιο κοντραμπάσο και μου εξήγησαν πως το αγόρασε μαζεύοντας λεφτά από τους συγγενείς που τον λυπόντουσαν επειδή ήταν ορφανός, όμως δεν ήξερε, -και το πιο πιθανόν ήταν πως δεν θα μάθαινε ποτέ του- να παίξει ούτε μια νότα...

Όσο άκουγα να μιλάνε για αυτόν η μορφή του έπαιρνε επικές διαστάσεις στην παιδική μου φαντασία. Μπορούσα να τον φανταστώ να προσπαθεί να φέρει βόλτα αυτό το ανοικονόμητο όργανο. Μπορούσα να ακούσω μέσα στο μυαλό μου τις παραφωνίες του και ήμουνα σίγουρος, σε πείσμα όλων των υπολοίπων που τον υποτιμούσαν, πως μια μέρα θα γινόταν μέλος της συμφωνικής που ήθελε έστω κι αν το μόνο που θα μπορούσε να κάνει ήταν να κοιτά τον μαέστρο με το λυπημένο του βλέμμα, μέσα από τα σιδερένια γυαλιά... 

Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι να τον ξαναδώ. Ήμουν πια έφηβος κι είχα αρχίσει να κάνω κι εγώ τα πρώτα μου βήματα στην μουσική. Ο μεγάλος αδερφός μου, ο οποίος είχε φύγει για σπουδές, ήταν μανιακός ακροατής και συλλέκτης κλασσικών δίσκων. Είχαμε και το δικό μας πιάνο, ένα φτηνό εκπαιδευτικό πιάνο, ωστόσο αληθινό, το οποίο δεν χόρταινα να κοιτάζω με τα μαυρόασπρα του πλήκτρα και το κουφάρι του γεμάτο χορδές και έμβολα. Κουτσά στραβά χτυπούσα κι εγώ μερικές νότες. Πειραματιζόμουν με τις αρμονίες, έπαιζα με το αυτί κάποια μελωδία από τους δίσκους. 

Καθόμουν τα απογεύματα με τις ώρες με ύφος παραπληγικού πάνω από τα πλήκτρα, όσο η μάνα μου μαγείρευε στην κουζίνα. Θυμάμαι πως τα χέρια μου έσταζαν ιδρώτα κι είχα ένα πανί να σκουπίζω τα πλήκτρα να μην χαλάσουν. Ένα λοιπόν τέτοιο απόγευμα καθώς πάλευα με το πιάνο άκουσα το κουδούνι της πόρτας και σταμάτησα για λίγο για να δω ποιος είναι. Η πόρτα άνοιξε, η μητέρα μου χαιρέτησε και τότε άκουσα ξανά μετά από τόσα χρόνια τα σπαστά ελληνικά του Μισέλ με τα γο. 

Από τον ενθουσιασμό ίδρωσα διπλά. Σκούπισα τα χέρια μου και συνέχισα να παίζω -τώρα που είχα και ακροατή ένα γνώστη- όσο καλύτερα μπορούσα, συμπληρώνοντας την σχεδόν ανύπαρκτη τεχνική μου με το πάθος της εφηβείας μου, με εκείνο το βουβό λυρισμό των πρώτων μου μεσημεριανών αυνανισμών. Έπαιζα κι ο Μιχάλης, όπως ήταν το αληθινό του όνομα, ρώτησε την μητέρα μου ποιος παίζει το πιάνο κι έμαθε πως ήμουν εγώ -ο μικρότερος της γιος- κι ύστερα τον άκουσα να σωπαίνει με σεβασμό...

Στην κουζίνα αργότερα μάθαμε πως είχε πάψει πια να κάνει μπάνια με μυρτιές όμως είχε γίνει χορτοφάγος και ορκισμένος εχθρός του αλατιού. Τον ρωτήσαμε πως και αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα και μας εξήγησε πως του είχε λείψει και πως ήθελε να δει όλους τους αγαπημένους του συγγενείς. Κι εμείς συμπεράναμε πως είχε ξεμείνει από χρήματα. Μας είπε κάτι περίεργα για μια ερωτική του περιπέτεια με μια μαύρη και καταλάβαμε πως του τα είχε φάει αυτή. Μας είπε πως διατηρούσε το πάθος του με την μουσική όμως τώρα αφοσιωνόταν περισσότερο στη γραφή συντάσσοντας λεπτομερή ημερολόγια με τις περιπέτειες του στην αιώνια πόλη του έρωτα. Τον ακούγαμε -εγώ δηλαδή- όσο η μαμά μου του ετοίμαζε ένα πιάτο τραχανά και  -σαν να μην είχε πει τίποτα για χορτοφαγία- μισό κιλό παϊδάκια ψημένα στο γκριλ με μπόλικο αλάτι. Στο τέλος του πρόσφερε και μερικά ολόφρεσκα ροδάκινα από τον κήπο...

...τα έφαγε όλα. 

Μερικές μέρες αργότερα ήρθε να μας χαιρετήσει κουβαλώντας την μικρή δερμάτινη βαλίτσα του και ένα πάκο με ολοκαίνουργια τετράδια για να γράφει τα ημερολόγια του. Τα χρήματα μας είχαν πιάσει τόπο. Μας φίλησε στο μάγουλο συγκινημένος και σε ένα βαθμό συγκινηθήκαμε κι εμείς. Και θυμάμαι ακόμα λίγο πριν στρέψει για το δρόμο που γύρισε, όπως πάντα μελαγχολικός, στο μέρος μου. 'Ήθελα να σε γωτήσω.' μου είπε και έσκυψε να σηκώσει την βαλίτσα 'τα τεμάχια που έπαιζες στο σπίτι όταν ήρθα, ήτο Μπαχ;'. Κι εγώ του απάντησα πως όχι και πως τα είχα βγάλει απ' το κεφάλι μου. 'Ήτο εξαιρετικά' κατέληξε κι εγώ τον ευχαρίστησα. 

Ο καιρός πέρασε κι εγώ συνέχισα να παίζω άθλια στο πιάνο και να αυνανίζομαι το μεσημέρι. Μια μέρα μπήκε η μάνα μου στην κουζίνα, όσο τρώγαμε, με πονηρό ύφος κρατώντας ένα φάκελο αλληλογραφίας. 'Γράμμα απ' τον Μισέλ' μας είπε και άρχισε να μας διαβάζει δυνατά. Ανάμεσα στα άλλα έλεγε και τα εξής...

Αγαπητή εξαδέλφη ακόμα έχω στο στόμα μου την ωραιότατη γεύση του τραχανά. Α! Και τα ροδάκινα ήτο θαυμάσια. 

Διάβαζε η μάνα μου κι εμείς γελούσαμε με γεμάτο το στόμα φαγητό. Μάθαμε ακόμα πως είχε παντρευτεί, πως είχε μάλιστα αγοράσει με τα λεφτά που οι καλοί συγγενείς του είχαν δανείσει, ένα πανάκριβο δαχτυλίδι στην Armande -την μαύρη- το οποίο σε λίγες μέρες είχε μυστηριωδώς εξαφανιστεί...

Ήταν ωραίος άνθρωπος ο Μισέλ. Εκκεντρικός μεν, αλλά αγνός. Θα τον θυμάμαι πάντα και θα τον μνημονεύω με ευγνωμοσύνη που λάτρεψε τα αδέξια 'τεμάχια' μου στο πιάνο και μου έδωσε κουράγιο και με έμαθε να πιστεύω στον εαυτό σε πείσμα των καιρών.