Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Fajitas

Η αρχική ιδέα ήταν να γίνω δικηγόρος. Το γραφείο του πατέρα ήταν εκεί. Το ίδιο και οι πελάτες του και κάποια στιγμή θα τους κληρονομούσα. Μου άρεσε η ιδέα. Ήθελα κι εγώ να κλείνομαι μόνος μου σε ένα γραφείο και να μιλάω εμπιστευτικά με γέρους ξενοδόχους ή κυρίες που ήθελαν επειγόντως διαζύγιο...

Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Δυο εβδομάδες στη σχολή και είχα βαρεθεί τόσο πολύ που θα μπορούσα να κρεμαστώ. Μπορεί και απλά να ήμουν και ηλίθιος. Δεν ξέρω. Πάντως δεν καταλάβαινα τίποτα από νομολογίες ή trust. Είδα την μικρή ταμπέλα staff needed for the kitchen, μπήκα μέσα κι έκανα αίτηση.

Ήταν ένα χαριτωμένο μαγαζάκι, με μικρά ξύλινα τραπέζια. Άνηκε σε έναν κοντό μεξικανό γύρω στα τριάντα που μιλούσε σπαστά αγγλικά και φορούσε μονίμως τζιν με πουκάμισο και γραβάτα. 'I do tis for m famili my friend'. Αυτή ήταν η ατάκα του.

Ποτέ μου δεν τον συμπάθησα. Ήταν ένας κακός και μικρόψυχος άνθρωπος. Για κάποιο λόγο όμως συμπάθησε αυτός εμένα. Κανονικά είχαμε δικαίωμα μόνο για ένα απλό μπέργκερ για κολατσιό όμως εμένα με έπαιρνε κρυφά στο γραφείο και μου έδινε έξτρα εντσιλάδας και σφηνάκια τεκίλα. Έτρωγα τις εντσιλάδας και ρουφούσα τα σφηνάκια και του ξερνούσα όλα τα μυστικά και τα κουτσομπολιά για τους υπόλοιπους στο μαγαζί.

mate i don trust d british. they re iδiots. they do it for the drugs and the sex  i do it for m famili, μου έλεγε και συμφωνούσα.

Για κάποιο λόγο η μεγάλη αντιπάθεια του κοντού ήταν ο Τζόναθαν. Ένα ψηλό παιδί, με φακίδες που σπούδαζε ηθοποιός. Εντάξει δεν μπορώ να πω πως ήταν και ο πιο εργατικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Εφτά στις δέκα ήταν λιώμα στα τσιγαριλίκια και συνήθως του έπαιρνε διπλή ώρα να τελειώσει  το πλύσιμο από ότι τους υπόλοιπους. Μερικές φορές έπαιζε και ποδόσφαιρο με τα καραμελωμένα κρεμμύδια. Τα έριχνε στο πάτωμα και τα έσερνε με τα αθλητικά του παπούτσια. Ας πούμε πως ο Τζόναθαν ήταν κάπως ηλίθιος. Όμως είχε χρυσή καρδιά.

Η δουλειά ήταν εξοντωτική. Θυμάμαι τα Σαββατοκύριακα να τελειώνουμε την βάρδια μας μετά τις 3. Μια τεράστια στοίβα από μεταλλικά πιάτα για τορτίγιες στράγγιζε δίπλα στον πάγκο. Κλείναμε τα φώτα και βγαίναμε στο κρύο. Το αφεντικό έμπαινε στο Βόλβο του κι εμείς πηγαίναμε σπίτι με τα πόδια.

Μου άρεσαν εκείνες οι νύχτες. Δεν είχα καμιά επιθυμία για το οτιδήποτε. Μου αρκούσε να περπατώ και να ακούω τους άλλους να μιλάνε αγγλικά. Άκουγα και έβλεπα την ανάσα μου στο κρύο και πολλές φορές άναβα κι ένα τσιγάρο και το ξεφυσούσα για να μην έχω απολύτως τίποτα να πω.

Ήταν κάπου εκείνη την εποχή όταν ο Τζόναθαν τα φτιαξε με την εκθαμβωτική μπαργούμαν από το εστιατόριο. Μια Σουηδέζα με σκουλαρίκι στη γλώσσα. Ήταν μια πολύ συμπαθητική κοπέλα και αρκετά έξυπνη και όλοι συμφωνήσαμε πως ήταν κάπως αταίριαστοι με  τον Τζόναθαν. Θα ερωτεύτηκε την χρυσή του την καρδιά, λέγαμε. Κι ήμασταν χαρούμενοι με αυτή την ρομαντική ιστορία. Όλοι μας εκτός από τον κοντό.

-Wat is this chick doin wit d idiot? με ρωτούσε
-I donno sir

Είχε λυσσάξει. Έμπαινε στο μπαρ και χτυπούσε τα ντουλάπια. Ερχόταν στην κουζίνα τις πιο απίστευτες ώρες κι έκανε επιθεώρηση καθαριότητας. Έσερνε το δάχτυλο κάτω από τους πάγκους και τσίριζε. Dis is not clean mate. NOT CLEAN. Κι ύστερα φορούσε μια παρδαλή μπαντάνα στο κεφάλι κι έπλυνε κι αυτός μαζί μας ή βοηθούσε τους ψήστες στη σχάρα.

I do this for mi famili mate έλεγε και σκούπιζε τα πιάτα.

Η κατάσταση ήταν εκνευριστική. Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν. Τα πόδια μου είχαν παραλύσει από την κούραση και τα χέρια μου είχαν παραμορφωθεί από το πολύ πλύσιμο . Είχα αρχίσει να έχω δεύτερες σκέψεις για την καριέρα μου στη λάντζα. Όχι πως ήθελα να γίνω δικηγόρος. Αλλά...

Όλα τα ρεπό μου τα περνούσα στη δημόσια βιβλιοθήκη. Διάβαζα αχόρταγα και φιλοσοφούσα για τα βάσανα της εργατικής τάξης από την οποία θεωρούσα πως ήμουν περαστικός όπως και από εκείνη την γκρίζα μουλιασμένη κωλοχώρα. Φιλοσοφούσα και τα ρούχα μου μύριζαν τηγανιτές φαχίτες. Ευτυχώς δεν ήμουν σαν κι αυτούς σκεφτόμουν. Ο φαλακρός μεσογειακός μπαμπάς μου, την τελευταία στιγμή, θα με ξελάσπωνε απ' το βούρκο. Σε μερικά χρόνια θα οδηγούσα την BMW του και θα φορούσα μαύρα γυαλιά και θα πηδούσα μία από αυτές τις πελάτισσες του που θέλουν επειγόντως διαζύγιο. Ή τις κόρες τους τέλος πάντων.

Μια μέρα με πήρε ο Τζόναθαν εμπιστευτικά στην άκρη. Φίλε μου λέει δεν αντέχω άλλο, ο Μεξικανός έχει κανονίσει τις βάρδιες έτσι ώστε να μην βρισκόμαστε ποτέ με την Λίζα. Θα μπορούσες να έρθεις στην βάρδια μου κι εγώ μετά στην δική σου; Θα μπορούσα.

Λίγες μέρες μετά σαπούνιζα με μισή καρδιά τα πιάτα στη θέση του Τζόναθαν όταν μπήκε ο Μεξικανός μέσα στην κουζίνα.

Mate we gotta talk.

Τα μάτια του είχαν γυρίσει ανάποδα. Στο γραφείο μου ζήτησε ευγενικά να καθίσω κι έβγαλε δυο σφηνοπότηρα από το συρτάρι. Τα γέμισε με τεκίλα.

mate why are YOU here today?

Προσπάθησα να του εξηγήσω. Πως τα παιδιά είναι ζευγάρι, πως εγώ δεν είχα τίποτα να χάσω, πως είναι γιορτινές μέρες και κάτι τέτοια. Ρούφηξα την τεκίλα μου.

The bastard is taking advantage of you, don't you see. I call him NOW τσίριξε και σήκωσε το τηλέφωνο.

Με τα χίλια ζόρια τον βρήκε και του είπε να τσακιστεί να έρθει στο μαγαζί και να κάνει την βάρδια του όπως του την είχε κανονίσει εξαρχής. Σηκώθηκα κι έφυγα από το γραφείο.

Ήταν η τελευταία φορά που τους είδα. Ότι λεφτά είχα μαζέψει τα ξόδεψα για να πάω στο Λονδίνο.  Είδα του κόσμου τα μιούζικαλ,  περπάτησα ασταμάτητα στους δρόμους. Α! Ήταν τα Χριστούγεννα των ονείρων μου. Μόνος μου μέσα σε αυτούς τους ατελείωτους γιορτινούς δρόμους να σκέφτομαι και να φιλοσοφώ για την ζωή και τα βάσανα της εργατικής τάξης.

Να φιλοσοφώ ... για την BMW του μπαμπά μου και τις γυναίκες που ήθελαν απεγνωσμένα διαζύγιο... ενόσω ο Τζόναθαν θα έπλενε τα πιάτα της δικής μου βάρδιας.

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Merry Christmas

Όποιος πει πως δεν τον αγγίζουν τα Χριστούγεννα είναι ψεύτης. Πως μπορείς να αντισταθείς; Δεν είναι μόνο τα χιονισμένα σπίτια, ούτε τα φρεσκοψημένα γλυκά, ούτε ο Άι Βασίλης. Πάνω από όλα είναι η αγάπη, όπως την είχες ονειρευτεί. Χωρίς λογοκρισία.

Θυμάμαι, καλή ώρα τέτοια εποχή, χρόνια πριν όταν προσπαθούσα να το παίξω άγριος νέος και τριγυρνούσα στα στενά πίσω από την ομόνοια. Είχε εξωφρενικό ψύχος. Φορούσα ένα μπουφάν δυο νούμερα μεγαλύτερό μου και περπατούσα μέσα στα ίδια στενά. Δεν είχα ιδέα που στο διάολο πήγαινα αλλά περπατούσα. Και δεν θα ξεχάσω μια τραβεστί που σύχναζε εκεί σε κάποια πάροδο και φορούσε το σκουφί του Άγιου Βασίλη. Ήταν τραβεστί με μουστάκι. Ψηλή και γεροδεμένη με σπαστά μαύρα μαλλιά.

Ή μια άλλη φορά στην Αγγλία εγώ κι ένας φίλος από την Ουγκάντα, ένας ασουλούπωτος μαύρος με ξυρισμένο κεφάλι που φορούσε πάντα φόρμα... ήταν Χριστούγεννα. Ήταν τόσο κρύο που ο φίλος μου μπορούσε να χαράζει λευκές γραμμές πάνω στο μαύρο δέρμα του. Περπατήσαμε μεθυσμένοι τους δρόμους, ώρες ατελείωτες, ώσπου βρήκαμε καταφύγιο σε μια παμπ στη μέση του πουθενά. Μας κεράσαν πούρα και ήπιαμε ουίσκυ. Η παμπ λεγόταν the star. Το όνομα της άναβε  έξω μέσα στην άχλη του κρύου.

Δεν ξέρω πως να το πω ακριβώς...τα Χριστούγεννα είναι όπως η μουσική. Δεν εξηγείται. Περνάει μέσα από το δέρμα σου και σου ζεσταίνει την καρδιά.

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Liapis avatar

Οι άνθρωποι μεγαλώνοντας γίνονται κομμάτια. Κατακερματίζονται...ψυχολογικά. Μια δεδομένη τάση σχιζοφρένειας πάει χέρι χέρι με την ωρίμανση του ανθρώπου. Το βλέπω στους φίλους, στους εραστές....όσο μεγαλώνουμε οι πράξεις μας χάνουν την λογική τους συνέπεια.

Ίσως φταίει η δουλειά. Εκείνος ο πάκος με λογαριασμούς που πρέπει να εξοφλήσεις στο τέλος κάθε μήνα. Ίσως φταίει ο έρωτας, οι ψυχοφθόρες σχέσεις μας, οι φιλοδοξίες που σπρώχνονται σε όλο και πιο σκοτεινά σημεία της ψυχής. Οι γάμοι, τα βαφτίσια, τα γαμίσια...οι εκδηλώσεις. Σιγά, σιγά το χάνεις το μέτρο.

Ίσως φταίει κι η ίδια η γλώσσα. Η γλώσσα είναι μια συμφορά. Ξέρω τι σου λέω. Για ένα βρέφος ο κόσμος είναι τόσο απλός. Ο κόσμος είναι ξεκάθαρος χωρίς ολοκληρωμένη γλώσσα. Μετά πρέπει να αρχίσεις να ονοματίζεις, να εξηγείς, να δικαιολογείσαι, να λες ψέμματα. Κι υποθέτω κάπου εκεί στα τριάντα...σαράντα...έχεις πει τόσα πολλά που δεν ξέρεις τι σου γίνεται.

Τι να πει κανείς. Συμβαίνει ακόμα και στους καλύτερους. Ακόμα και σε αυτούς που ξεκίνησαν με τις καλύτερες των προυποθέσεων. Όπως ο κακομοίρης ο Λιάπης. Μια μέρα σου πετάνε το μικρόφωνο στα μούτρα και σου ζητάνε να εξηγήσεις τα ανεξήγητα. Φόρτιζα την μπαταρία, έκανα λάθος και το παραδέχομαι και δεν ξέρω γω τι. Γελάμε που τα βλέπουμε αλλά μια μέρα θα έρθει κι η σειρά μας. Κι εκείνες οι ατάκες που τόσα χρόνια μας βγάζαν ασπροπρόσωπους, το γοητευτικό αξάν που αντιγράψαμε από κάποιο θείο που θαυμάσαμε, θα γίνει ο περίγελως του κόσμου.

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Oh you've spoilt the picture

Η ιστορία της ζωής του Τσάρλυ Τσάπλιν είναι λίγο έως πολύ γνωστή. Ένα παιδί μεγαλωμένο στους δρόμους με μια μάνα που μπαινόβγαινε από τις ψυχιατρικές κλινικές κι έναν αλκοολικό πατέρα που ίσως και να μην ήταν πατέρας του που σίγουρα όμως δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ του για αυτόν.

Ο Τσάρλυ υπήρξε παρακατιανός από κούνια. Και δεν ήταν μόνο η κοινωνική του τάξη που τον προσδιόριζε έτσι. Όπως είπα η μητέρα του έπασχε από κάποια ψυχική ασθένεια. Δεν ήταν λίγες οι φορές που θα έπρεπε ο ίδιος να την προστατέψει και να την δικαιολογήσει ύστερα από κάποιο παραλήρημα της ή κάποιο αδικαιολόγητο βίαιο καυγά της συνήθως με ανθρώπους που δεν έφταιγαν σε τίποτα.

Κι ύστερα ήταν και το στίγμα της χαλαρής ηθικής και του παρία που κουβαλούσαν όλοι οι άνθρωποι των 'λαϊκών' θεαμάτων. Οι καλλιτέχνες των music halls, όπως ήταν οι γονείς του, ήταν λούμπεν άνθρωποι που η εργαζόμενη κοινωνία τους έβλεπε με κακό μάτι. Αλλά και το σουλούπι του ήταν μικροκαμωμένο κι είχε μια λεπτότητα στους τρόπους που τον κρατούσε έξω από κάθε πρότυπο αρσενικού. Χώρια το τσιγγάνικο αίμα που κυλούσε στις φλέβες του από την μεριά της μητέρας του. Όπως είπα παρακατιανός.

Οι βιογράφοι και οι κριτικοί βέβαια τα έχουν πει αυτά εκατοντάδες φορές και όποιος γνωρίζει τις ταινίες του δεν θα δυσκολευτεί να καταλάβει με ποιο τρόπο οι συνθήκες της παιδικής του ηλικίας έχουν διαμορφώσει το έργο του και τη θεματολογία του.

Είναι πολλά που μπορεί κανείς να πει για αυτό το φαινόμενο του 20ου αιώνα. Για το πως μετέφερε το vaudeville θέατρο στο φιλμ, την γκάφα και τα κινησιολογικά antics, για το πως 'έφτιαξε' ο ίδιος την κινηματογραφική γλώσσα δουλεύοντας ατελείωτα και σπαταλώντας χιλιάδες μέτρα από φιλμ ώστε να τελειοποιήσει την αφήγηση του και το γούστο του...κι αυτά είναι λίγα, ελάχιστα από τα καλλιτεχνικά του επιτεύγματα. Μην ξεχνάμε πως έγραφε ο ίδιος τις μουσικές των ταινιών του. Αν πιάσουμε και την προσωπική του ζωή...

Αυτό που ξέρω εγώ είναι πως αυτό τον άνθρωπο τον λατρεύω. Τόσο απλά. Δεν ξέρω πως και γιατί, δεν ξέρω καν αν είναι αληθινός. Ώρες, ώρες μου φαίνεται εξωπραγματικός. Και μαζί του και τα υπόλοιπα πρόσωπα των ταινιών του. Οι γυναίκες με τις κοντές μεταξωτές κάλτσες, οι μισητοί νταήδες, οι χοντροκώληδες νοικοκύρηδες... Υπόλευκα πρόσωπα με τεράστιους μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια που ζούνε στο φάστ φόργουορντ... Σαν στοιχειά του δάσους που δυστυχώς τα έδιωξε κακήν κακώς η έλευση του ήχου και η προσαρμογή της ταχύτητας προβολής.

Κι είναι και κάτι άλλο που είχε εκείνη η εποχή και με γοητεύει. Η ελευθεριότητα. Δεν είναι πολλά χρόνια που ανακάλυψα πως ήταν πολλοί οι πρώτοι κινηματογραφιστές που τράβηξαν πορνοταινίες που δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν τις σύγχρονες τους σε ανωμαλία και πονηράδα. Κάτι που επιβεβαιώνει πως ο κινηματογράφος στα σπάργανα του δεν ήταν το καθολικό θέαμα που είναι τώρα αλλά μια πικάντικη διασκέδαση κοντά στα καμπαρέ και τα ξενυχτάδικα.

Αυτή την ελευθεριότητα ή ας την πούμε ελαφρότητα την είχε κι ο Τσάπλιν. Πέρα από τις σοσιαλιστικές του συμπάθειες και την αξεπέραστη τέχνη του -συνέπεια της εργασιομανίας του- πέρα και από τις σπουδαίες ταινίες του που δεν πιστεύω να καταφέρει να φτάσει κανένας και ποτέ στην παγκοσμιότητά τους και στη δύναμη τους, είναι αυτή η ελαφρότητα που με αγγίζει και με κάνει να τον θαυμάζω τόσο παθολογικά. Αυτή η ελαφρότητα είναι η ποίηση του.

Τουλάχιστον την ποίηση όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, λυρική, που δεν έχει τίποτα άλλο να ασχοληθεί πέρα από τα ερωτικά βάσανα και τους καημούς της ζωής. Μια ποίηση που σιχαίνεται τα μεγαλεία, και τους πολέμους και τη δόξα. Μια ποίηση του πιο απλού ανθρώπινου μέτρου...του εφήμερου.

Θυμάμαι τον Τσάρλυ να χορεύει δυο φρατζόλες ψωμί καρφωμένες με δυο πιρούνια σαν πόδια. Ή να περιστρέφει τα κορδόνια της μπότας του στο πιρούνι σαν σπαγγέτι. Τον θυμάμαι να ξεροσταλιάζει δίπλα από την Μέρνα στο τσίρκο και να μαζεύεται κοκκινίζοντας. Να δίνει μια γερή κλωτσιά στον πισινό ενός χοντρού. Τον θυμάμαι να κοιτάζει βγάζοντας σπίθες τα μάτια της Τζώρτζια στο τέλος του Χρυσοθήρα περιμένοντας έναν φωτογράφο να τους τραβήξει μια φωτογραφία και δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου πως αυτό το πράγμα ... δεν είναι θέαμα. Δεν είναι υποκριτική τέχνη. Είναι αλήθεια.

Ένα παράδειγμα. Δεν ξέρω αν έχετε δει το Χαμίνι. Οι κριτικοί ερίζουν για εκείνο το παλαβό εμβόλιμο κομμάτι στη ταινία όπου ο Τσάρλυ αποκοιμιέται και ονειρεύεται πως όλοι οι άνθρωποι έχουν βγάλει φτερά αγγέλων και πετούν πέρα δώθε. Κι είναι όλοι αγαπημένοι και ο ένας πηγαίνει με την γυναίκα του άλλου και είναι ευτυχισμένοι ... ώσπου εμφανίζεται ο διάβολος και τους πιρουνίζει με την τρίαινα του και τους βάζει στο μυαλό τη ζήλια και το μίσος και γίνονται όλα άνω κάτω και τότε κάποιος πυροβολεί τον Τσάρλυ - άγγελο που ανοίγει κι αυτός τα φτερά του να πετάξει...και τον σκοτώνει. Πράγματι δεν έχει καμιά σχέση με την υπόλοιπη ταινία. Κι όμως...

Την εποχή που γύριζε το Χαμίνι ο Τσάπλιν είχε παράλληλα ξεκινήσει μια ερωτική σχέση με την γυναίκα ενός φίλου του. Είχε χάσει τα μυαλά του. Είχε αφήσει την ταινία στο έλεος του Θεού για να την συναντά στα κρυφά...οι παραγωγοί ωρύονταν, εκατομμύρια δολάρια χαραμίζονταν, οι δικηγόροι έσπαζαν το κεφάλι τους να σώσουν τα συμβόλαια κι αυτός το βιολί του. Και τότε εμπνεύστηκε αυτό το κομμάτι, αυτό το όνειρο με τους αγγέλους και το χωσε στη ταινία. Έτσι απλά κι ας μην είχε και πολύ σχέση. Κι είναι πανέμορφο ... κι αν δεν είσαι κανένας χλιδάνεργος κριτικός που δεν ξέρει που παν τα τέσσερα όταν το βλέπεις μένεις με το στόμα ανοιχτό γιατί είναι ότι πιο όμορφο έχεις δει σε φιλμ.

Η υστεροφημία δεν έχει ανθρώπινα μέτρα. Δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα αποκρυσταλλώσει ο χρόνος ως σπουδαίο ή όχι. Υποψιάζομαι πως έχει μια προτίμηση για το αυθεντικό, για αυτό που ακουμπάει τους πάντες και τα πάντα χωρίς επιτήδευση. Δεν ξέρω αν ο Τσάπλιν το γνώριζε αυτό ή ήταν απλά έτσι από τη φύση του. Πάντως αυτή ήταν η τέχνη του. Η ελαφρότητα του, η μανία του να ζει...εδώ και τώρα.

Είχε βγάλει πολλά λεφτά. Ήταν ο πρώτος της σόουμπιζ και ήταν και άνθρωπος βασανισμένος, γεμάτος συμπλέγματα και απωθημένα. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ο Τσάπλιν είχε όλες τις προδιαγραφές για να γίνει ένα τέρας. Ένας Τζόκερ ή ένας Χίτλερ που είχαν και συναφείς προτιμήσεις στο μουστάκι. Υποθέτω πως στην προσωπική του ζωή θα είχε τις σκοτεινές στιγμές του. Λένε πως ήταν παθολογικός τσιγκούνης. Ποιος ξέρει. Το σίγουρο είναι πως στις ταινίες του προτίμησε να παραμείνει ο παρακατιανός που πάντα ήταν.

Ακόμα ένα παράδειγμα. Αυτή τη φορά από τον Χρυσοθήρα.  Φέρνω στο μυαλό μου ξανά και ξανά εκείνη τη τελευταία σκηνή ... τον τρόπο που κοιτάει την όμορφη Τζώρτζια -εκτός πλοκής, εκτός θεάματος, το ύφος του είναι σοβαρό, παθιασμένο δεν κολλάει με τον ελαφρόμυαλο χαρακτήρα της υπόλοιπης ταινίας- και φαντάζομαι πως έκανε όλη την ταινία, 90 λεπτά φιλμ και βάλε με το νου σου πόσες άλλες ώρες λήψη που θα την απέρριψε, μόνο και μόνο για αυτή την τελευταία σκηνή, για αυτή τη σεκάνς  ... για να πει σ' αγαπώ και να φιλήσει στο στόμα μια μικρή που του είχε πάρει τα μυαλά.

Hold still! φωνάζει ο φωτογράφος καλύπτοντας το κεφάλι του με το πανί κι ο Τσάρλυ τον αγνοεί και με ύφος σοβαρό και παθιασμένο πλησιάζει τα χείλη του στα χείλη της και την φιλάει. Oh you 've spoilt the picture του γκρινιάζει και τότε εκείνος συνεχίζοντας το φιλί του σηκώνει το χέρι και κάνει μια χειρονομία 'άσε μας μωρέ' πριν το πλάνο σβήσει διαπαντός.


Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Ο Ιεροεξεταστής

Κάποτε συνάντησα μια μάγισσα. Ακούγεται τραβηγμένο αλλά είναι αλήθεια. Την γνώρισα με σάρκα και οστά σε μια απόμερη πάμπ του δυτικού Λονδίνου. Ένας ξεθωριασμένος μεσήλικας ένα βήμα πριν την κίρρωση του ήπατος χτυπούσε τα μπλουζ σε μια κιθάρα κι εκείνη χόρευε στη μέση της πίστας λες και δεν υπήρχε κανένας γύρω της περιστρέφοντας τα κατάμαυρα ίσια μαλλιά της.

Δεν ξέρω πως και που με εντόπισε εκεί που καθόμουν στην άκρη του μαγαζιού. Με πλεύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Μου κράτησε τα χέρια σφιχτά. Ήταν γριά, σίγουρα πάνω από 50 κι εγώ το πολύ 20. Κι ύστερα ακούμπησε το χέρι της στο μέτωπό μου. 'Αγάπη μου' μου είπε 'τι σκατά φοβάσαι στη ζωή σου;'.

Σε λίγο χορέυαμε μαζί στο κέντρο της πίστας κι ένιωθα κι εγώ πως ήμασταν μόνοι μας στον κόσμο. Γυρνούσαμε γύρω γύρω κι ο τύπος με την κιθάρα συνέχιζε να παίζει τα μπλουζ με τα δυο κατακόκκινα πρησμένα μάγουλα του να στάζουνε ιδρώτα.

Αργότερα στο σπίτι της στρίψαμε τσιγάρα. Είχε μια ολόκληρη σακούλα γεμάτη χόρτο. 'Το πήρα απ' τους αράπηδες' μου είπε 'είναι πρώτο πράγμα'. Κι ύστερα μου έδειξε τα άλμπουμ της με τις φωτογραφίες της κόρης της και της εγγονής της. Και μετά χορέψαμε και πάλι και γυρίσαμε γύρω γύρω όπως ο δίσκος στο πικάπ της.

Δεν είχε ούτε ψηλό καπέλο, ούτε μαύρο πανωφόρι, ούτε μακριά γαμψά νύχια...κι όμως ήταν μάγισσα. Μια αληθινή μάγισσα.

Το πρωί όταν ξύπνησα την βρήκα να ψαχουλεύει το σώμα μου με τα ζαρωμένα χέρια της. Κάτω από τα ρούχα, στο στήθος μου, ανάμεσα στα πόδια μου... Κι εκείνη γυμνή από την μέση και πάνω με τα δυο μαραμένα στήθη της, γεμάτα σημάδια.

Έφυγα τρέχοντας. Για πότε πετάχτηκα στο διάδρομο της πολυκατοικίας κι ύστερα στο δρόμο, στο βροχερό Λονδίνο. Τα γέλια της αντηχούσαν εφιαλτικά στο κεφάλι μου. Κι εκείνη η ερώτηση...'αγάπη μου τι σκατά φοβάσαι στη ζωή σου;΄. Θυμάμαι να κατεβαίνω πανικόβλητος τα σκαλιά του ηλεκτρικού, μέσα στο πλήθος, και  να προσεύχομαι κάποια μέρα να την κάψουν στην πυρά.



Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Η ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς

Ήταν καλή, ήταν μικρή. Δεν μπορούσα να το ελέγξω. Έπεσα με τα μούτρα. Ήμουνα πεινασμένος για αθωότητα, για σαχλαμάρες...κι έχασα τα μυαλά μου εντελώς. Το ήξερα που θα καταλήξει όμως συνέχιζα να σπρώχνω και να περπατώ στα τυφλά. Το μόνο που ήθελα ήταν να την ακούω να με λέει μωράκι μου. Και να το λέω κι εγώ. Κι ύστερα να μου σχηματίζει μια καρδούλα με τα δάχτυλα και να μου κλείνει το μάτι. Α!

Υπάρχουν σκοτεινές δυνάμεις εκεί έξω. Υπάρχουν Θεοί. Είμαι σίγουρος για αυτό. Μικροί θεοί που έχουν κάποιες αιωνιότητες να σπαταλήσουν και κάθονται μέσα στα δάση και βαριούνται και δεν ξέρουν πως να περάσουν την ώρα τους και ψάχνουν θύματα για να γελάσουν. Δεν εξηγείται αλλιώς.

Καμιά φορά που έβρισκα τα λογικά μου τους φανταζόμουν όλους να μαζεύονται στα ερείπια ενός  ναού, με τα μικρά τους ποδαράκια και τα μικρά τους χεράκια και τα μυτερά ποντικίσια αυτιά τους και να λένε ... 'θυμάσαι που ο βλάκας...' Κι ύστερα να ξεκαρδίζονται. Να σκουπίζουν τα δάκρυα απ' τα μάτια τους απ' το πολύ γέλιο.

Τέλος πάντων για να μην τα πολυλογώ, τα πράγματα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν. Δηλαδή το κοριτσάκι συνέχισε στο δρόμο του όπως όλα τα κοριτσάκια. Να κάνει τις σπουδές του, να βάψει τα νυχάκια του, να πάει τις εκδρομές του κι όλα αυτά τα χαριτωμένα που κάνουν τα κοριτσάκια. Κι εγώ έμεινα πίσω να βράζω στο ζουμί μου. Μια φίλη μου μου το είπε στα ίσια. 'Καημενούλη μου είπε, μην βάλεις πάλι τα κλάματα.' ΧΑΧΑ. Που καταντήσαμε...

Επιστροφή λοιπόν στη μίζερη ζωή μου. Στη βαρετή δουλειά μου, στα ήσυχα βράδια, στις κυριακάτικες εφημερίδες... Τώρα που τα μάγια λύθηκαν συνειδητοποιώ ότι το περισσότερο που έχω να περιμένω από το μέλλον είναι η αποφυγή ενός εμφράγματος, ένας υγιής προστάτης, χαμηλό ζάχαρο... Ποιός ξέρει. Ίσως -αν το θέλει κι ο Θεός- να δω να πετυχαίνει κι η κίνηση των 58 για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς.

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Godzilla

Διάβαζα τις προάλλες για τον Banksy που έβγαλε τα έργα του στο central park και ανέθεσε σε έναν γέρο να του τα πουλήσει. Με το ζόρι λέει έδωσε τρία συγκεντρώνοντας ένα πόσο γύρω στα 400 δολάρια. Έργα που πουλήθηκαν σε γκαλερί λίγους μήνες πριν για πολλές περισσότερες χιλιάδες.

Κι ύστερα θυμήθηκα τον Cobain και πως από ένας ξοφλημένος τύπος με σκισμένα τζην και ποιήματα γραμμένα στα σχολικά τετράδια έγινε ένα πραγματικό είδωλο μέσα σε ελάχιστους μήνες. Θυμήθηκα τα πλήθη και την υστερία στις τηλεοράσεις κι ύστερα την αυτοκτονία του και τα δάκρυα των εφήβων που τον λάτρεψαν.

Υπάρχει κάτι τρομαχτικό στην ανθρώπινη μάζα. Είναι σαν ένα μεγάλο κτήνος. Της πετάς μια λιχουδιά και την κατευνάζεις, σου φαίνεται πως την ελέγχεις... Κι ύστερα κάνει ένα στραβοπάτημα και σε συνθλίβει. Όπως τους πίνακες του Banksy, όπως την καρδιά του Kurt Cobain.

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Το κρεβάτι

Όπως με όλα τα σονέτα του Σέξπηρ με την πρώτη ανάγνωση δεν κατάλαβα πολλά. Πιο σωστά δεν τα κατάλαβα όλα. Όμως αισθάνθηκα την δύναμη του. Την αφοπλιστική ειλικρίνεια του που δεν ταίριαζε με κανενός ποιητή που είχα διαβάσει μέχρι τότε.

My love swears that she is made of truth,
I do believe her, though i know she lies.

Αργότερα σε κάποια πανεπιστημιακή διάλεξη θα μάθαινα πια κι επίσημα πως ο Σέξπηρ ανέτρεψε όλες τις φόρμες του Σονέτου όπως τις είχε καθιερώσει ο Πετράρχης ο οποίος στόλιζε τη μούσα του με ένα σωρό υπερβολές και ψέμματα. Η Λάουρα του Πετράρχη ήταν αγνή, το δέρμα της ήταν αλαβάστρινο και στα μάτια της φώτιζε ο ήλιος.  

Ο Σέξπηρ ήταν άνθρωπος της πιάτσας. Το ψωμί του δεν το έβγαζε αποκλειστικά και μόνο, όπως οι περισσότεροι διανοούμενοι ακόμα και στις μέρες μας, επαινώντας τους κώλους των ευγενών. Τα θέατρα του Λονδίνου ήταν κτισμένα ας πούμε στις κακόφημες γειτονιές της πόλης. Κοντά στα πορνεία και τα χαμαιτυπεία. Άσε που και  οι θεατράνθρωποι ήταν οι περισσότεροι μπουμπούκια. Απατεώνες, παιδεραστές, και φτωχοδιάβολοι κάθε είδους. Η θεατρική τέχνη ήταν μια ημιπαράνομη κατάσταση, στις παρυφές της ηθικής και της ίδιας της πόλης.

Ο παραλληλισμός με το ρεμπέτικο δεν θα ήταν καθόλου άστοχος. Τις δεκαετίες του 50 και του 60 η αστυνομία έβγαζε απαγορευτικές εγκυκλίους για τα μπουζουκοτράγουδα και οι χρονικογράφοι των εφημερίδων ωρύονταν για την πρόστυχη μουσική των χασικλήδων που τόσο πολύ είχε λατρέψει το κολωνάκι.

Κάτι τέτοιο συνέβαινε και με το αναγεννησιακό αγγλικό θέατρο. Οι τοπικές αρχές εξέδιδαν το ένα μετά το άλλο τα απαγορευτικά διατάγματα -το επάγγελμα του ηθοποιού θεωρούνταν παράνομο όπως ας πούμε η αγυρτεία-, οι πουριτανοί pamphleteers -συγγραφείς ηθοπλαστικών φυλλαδίων- βροντούσαν για την ηθική κατάπτωση και την φιληδονία του θεάτρου, όμως όλοι οι ευγενείς συντηρούσαν και πατρονάριζαν ηθοποιούς.

Πρέπει όμως να σημειώσουμε πως μπορεί το θέατρο να είχε ανάγκη και να έχαιρε της εύνοιας της αριστοκρατίας, όμως το πολύ χρήμα έβγαινε από το φτηνό εισιτήριο, του πολύ κόσμου που γέμιζε την κάτω πλατεία και γιουχάιζε ή επευφημούσε τους ηθοποιούς περίπου όπως οι οπαδοί μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. 

Στα σονέτα του ο Σέξπηρ μας δίνει μια ωραία εικόνα αυτού του κόσμου της αγγλικής αναγέννησης και της 'βιομηχανίας' του θεάτρου. Σονέτα αφιερωμένα σε κάποιον νεαρό ευγενή με παραινέσεις να μπει στο σωστό δρόμο και να παντρευτεί. Ανταγωνισμοί με άλλους ποιητές και υπονοούμενα και τα τελευταία τριάντα περίπου σονέτα αφιερωμένα σε μια γυναίκα αμφιβόλου ηθικής που ο ποιητής δεν κουράζεται να μας θυμίζει πως πηγαίνει με τον ένα και με τον άλλο, πως πίνει, και πως τα μαλλιά της, σε αντίθεση με τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής είναι κατάμαυρα σαν κόρδες. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από την Λάουρα του Πετράρχη. Α! και κάτι άλλο. Ο Σέξπηρ στα σονέτα του αυτά μιλάει για το πέος του και για πέη άλλων ανδρών. Όχι υπερρεαλιστικά ή κωμικά, ειλικρινώς. Ο William και ο will -πέος- του.

Μπείτε στη θέση μου λοιπόν, όταν εγώ μικρό παιδί ακόμα, αθώο, ήρθα σε επαφή με αυτό το πνεύμα, με αυτό το τόσο ελεύθερο πνεύμα που έλεγε τα πράγματα με το όνομα τους και η ποίηση του ήταν το αποκορύφωμα του αγγλικού wit σε συνδυασμό με ένα ακατέργαστο αντρικό πάθος. Πως να μην μαγευτώ, πως να μην παρασυρθώ. Ο καημένος ο Καβάφης όταν έλεγε πως ίσως μια μέρα οι άνθρωποι να μπορέσουν να πουν για πράγματα που η σεμνοτυφία της εποχής δεν του επέτρεπε να μιλήσει δεν είχε υπόψη του αυτά τα σονέτα, αφού τον 19ο αιώνα οι κριτικοί τα αποκήρυσσαν ως κάλπικα και έπρεπε να περάσουν αρκετές δεκαετίες, αν δεν κάνω λάθος μεταπολεμικά, για να μπούν στον σεξπηρικό κανόνα.  

Will will fulfill the treasure of thy love,
Ay fill it full with wills, and my will one;

ίσως το πιο τρελό λογοπαίγνιο στην ιστορία της λογοτεχνίας. will = και william shakespeare και θέληση και πέος και βέβαια το γραμματικό 'θα'

Προσέξτε το θέμα δεν είναι πως μιλάει για το πέος του. Σιγά το πράγμα. Πορνογραφήματα υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα. Η ουσία είναι πως εντάσσει την σεξουαλικότητα του στην εξομολόγηση του. Η ποιητική του ειλικρίνεια, το ξεδίπλωμα της 'ψυχής' του είναι μια σχεδόν κυνική καταγραφή της ανθρώπινης συνθήκης και πως θα μπορούσε να λείπει το πέος από αυτήν. Ο Σέξπηρ είναι υλιστής όσο κανένας άλλος στον σύγχρονο κόσμο. Μόνο οι παγανιστές ποιητές του παλιού καιρού επέδειξαν την ίδια ειλικρίνεια. Και βέβαια αυτό δεν είναι τυχαίο. Η αγγλική αναγέννηση λάτρεψε την 'κλασσική' λατινική φιλολογία. Ο Μάρλοου είχε μεταφράσει τις πιπεράτες ελεγείες του Οβίδιου λίγα χρόνια πριν. Αλλά το θάρρος του Σέξπηρ, η τόλμη του να εμπλακεί προσωπικά σε αυτό το παιχνίδι, και να μείνει ανεπηρέαστος από κάθε λογοτεχνική ή ηθική εξιδανίκευση είναι απαράμιλλη. 

Έτσι διαμόρφωσα το γούστο μου για μια αιχμηρή κι ευθαρσή γραφή. Για αυτό και δεν μπορώ ας πούμε να διαβάσω τα ερωτικά του Ελύτη. Δυσανασχετώ. Όλες αυτές οι υπερβολές και τα φτιασιδώματα και το μπίρι μπίρι για μια γκόμενα, όπως ο Πετράρχης...μου φαίνεται πως στη θέση της θρησκείας βάζει μια γυναίκα και στο τέλος τέλος προσκυνάει μόνος του  και την γυναίκα την έχει ξεχάσει. 

Οι άνθρωποι -και οι γυναίκες άνθρωποι είναι- είμαστε φτιαγμένοι κι από άσχημα πράγματα. Όχι μόνο από όμορφα. Η θνητότητα μας είναι αποκαρδιωτική. Το ξέρω. Το ότι το σώμα μας έχει ατέλειες, το ότι γερνάει, το ότι μυρίζει. Άσχημα πράγματα. Μας θυμίζουν πως είμαστε πεπερασμένοι. Θλιβερά. Κι όλοι οι εραστές θα πούμε ψέμματα και υπερβολές για να μην κακοκαρδίσουμε ο ένας τον άλλο. 

Όταν όμως ξεγυμνώνεσαι όλα αυτά τα ψέμματα αποκαλύπτονται.  Κι ο γέρος δε μπορεί να κρύψει την κατάντια του κι η βρωμίτσα η μικρή δύσκολα θα προσποιηθεί την τίμια. Όλοι εκεί είμαστε αυτό που είμαστε. Αυτή είναι η ομορφιά του σαρκικού έρωτα. Και σαν πλαγιάζουμε ενωμένοι στο κρεβάτι...αν βέβαια υπάρχει η καλή θέληση -good will- κι η όρεξη, όλα στο τέλος είναι εντάξει κι η ζωή μοιάζει υποφερτή, αν όχι όμορφη, για αυτό που είναι. Και μόνο.

Therefore Ι lie with her, and she with me,
And in our faults by lies we flattered be

lie = λέω ψέμματα και ξαπλώνω αλλά και το lies στο δεύτερο στίχο σημαίνει και τα δύο και ψέμματα και ξαπλώματα, δηλαδή ερωτικές συνευρέσεις.


SONNET 138

When my love swears that she is made of truth
I do believe her, though I know she lies,
That she might think me some untutor'd youth,
Unlearned in the world's false subtleties.
Thus vainly thinking that she thinks me young,
Although she knows my days are past the best,
Simply I credit her false speaking tongue:
On both sides thus is simple truth suppress'd.
But wherefore says she not she is unjust?
And wherefore say not I that I am old?
O, love's best habit is in seeming trust,
And age in love loves not to have years told:
   Therefore I lie with her and she with me,
   And in our faults by lies we flatter'd be.

SONNET 136

If thy soul cheque thee that I come so near,
Swear to thy blind soul that I was thy 'Will,'
And will, thy soul knows, is admitted there;
Thus far for love my love-suit, sweet, fulfil.
'Will' will fulfil the treasure of thy love,
Ay, fill it full with wills, and my will one.
In things of great receipt with ease we prove
Among a number one is reckon'd none:
Then in the number let me pass untold,
Though in thy stores' account I one must be;
For nothing hold me, so it please thee hold
That nothing me, a something sweet to thee:
   Make but my name thy love, and love that still,
   And then thou lovest me, for my name is 'Will.'

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Μπούμ!

'Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα εξόχως ανιστορήθησαν'.

Έτσι ξεκινάει το μικρό συνοδευτικό του κείμενο ο Ηλίας Πετρόπουλος στα προλεγόμενα της αρχικής έκδοσης των Ρεμπέτικων Τραγουδιών, της επικής μελέτης του πάνω στα τραγούδια του υποκόσμου που όπως ο ίδιος ανέφερε σε ένα άλλο σύγγραμμα του, τού κόστισε πέντε χρόνια φυλακή κι ένα διαζύγιο αλλά του έδωσε επίσης και την ελευθερία του.

Είναι ένα κείμενο που αξίζει να διαβαστεί όχι σαν κοινωνιολογική μελέτη, ούτε σαν οποιαδήποτε καταγραφή της μορφής ή του περιεχομένου των ίδιων των τραγουδιών αλλά σαν μια ερωτική επιστολή, γεμάτη φλογερό πάθος και σκληράδα, που είχε ως αφορμή κι έμπνευση τα ρεμπέτικα.

Η διαφορά του Πετρόπουλου από τους περισσότερους μελετητές των Ρεμπέτικων έγκειται σε αυτή την προσωπική του ανάμειξη με το θέμα. Συνήθως οι ακαδημαϊκοί για να προσεγγίσουν κάτι το σκοτώνουν. Το αφαιμάσσουν και το καταντούν μουσειακό έκθεμα. Το πρόσχημα βέβαια είναι η αντικειμενική προσέγγιση κι άλλες τέτοιες βαρύγδουπες κουβέντες πίσω από τις οποίες έχουν συνηθίσει να κρύβονται οι λαπάδες των ακαδημιών.

Δεν είμαι εγώ ούτε ικανός να κρίνω, ούτε έχω και τον χρόνο εδώ για να αποδείξω πως παρότι ο Πετρόπουλος δόθηκε ολόψυχα στον υπόκοσμο, ουδέποτε σταμάτησε να δουλεύει πάνω στα γραπτά του και στην μελέτη της προέλευσης και της χρήσης κάθε μιας από τις λέξεις και τα αντικείμενα που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να κατανοήσει καλύτερα τον πολιτισμό του λαού μας. Αξίζει να σημειώσουμε πως μόνο και μόνο για την καλύτερη κατανόηση της προέλευσης του ρεμπέτικου τραγουδιού σπούδασε τουρκολογία και συνέταξε μόνος του δεκάδες ευρετήρια και λεξικά της ελληνικής αργκό.

Τέλος πάντων δεν είναι εκεί το θέμα μου. Δεν μου αρέσουν οι επικήδειοι. Ούτε έχω καμιά φαγούρα να κάνω τον δημοσιογράφο και να λέω τι, ποιος και πότε. Εμένα αυτό που με απασχολεί είναι άλλο. Αυτοί οι πέντε μήνες φυλακή και το διαζύγιο. Ο ανυπόφορος έρωτάς του που πήγε στραβά. -Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής, γράφει αλλού στο κείμενο του-. Και πως το διαζύγιο και η φυλακή όπως ο ίδιος λέει του έδωσαν την ελευθερία του.

Πόσο ταιριάζουν όλα αυτά με τις εμμονές μου...με τον υπερτροφικό, ακανόνιστο ρομαντισμό μου. Έτσι πάντα τον είχα τον έρωτα στο ξερό μου το κεφάλι. Καταστροφικό. Όχι γλυκανάλατο. Φονεύς, ψυχοβγάλτης, ελευθερωτής. Σαν ένα εκρηκτικό για αυτές τις αγνές, ευαίσθητες, αισθαντικές ψυχές, όπως η δικιά μου, που όμως διψούν για ελευθερία.

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Με τον τρόπο του Γιάννη Μαρή

Το πλαίσιο των μυθιστορημάτων του Γιάννη Μαρή είναι η Ελλάδα της δεκαετίας του '50. Η μετεμφυλιακή Ελλάδα που προσπαθεί να φτιάξει την δημοκρατία της με απίστευτες πολιτικές ακροβασίες. Κομματικά υπολείμματα κάθε προέλευσης. Μεταξικοί, κεντρώοι, σοσιαλδημοκράτες, λαϊκοί δεξιοί αγωνίζονται να μοιράσουν την πίτα της νίκης του εμφυλίου, όχι τόσο από ιδεολογική πεποίθηση, αλλά περισσότερο για να βάλουν πρώτοι χέρι στα χρήματα του αμερικανικού πακέτου στήριξης Μάρσαλ.

Το αμερικάνικο χρήμα είναι πράγματι άφθονο. Η Ελλάδα ανοικοδομείται και η παλιά γερασμένη αστική τάξη ανανεώνεται και πληθαίνει με τους εργολάβους να τσιμεντοποιούν κακήν κακώς με την μέθοδο της αντιπαροχής την επικράτεια. Αστική τάξη...τέλος πάντων. Τα πάρτι στο Κολωνάκι δίνουν και παίρνουν και εθνικό μας ποτό γίνεται το ουίσκι. Εν τω μεταξύ ένα κομμάτι του κόσμου τα έχει χαμένα. Μεταναστεύει, δουλεύει σκληρά,ή απλά ριμάζει στα ξερονήσια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γράφει ο Μαρής και δημιουργεί τον περίφημο αστυνόμο Μπέκα του. Τι υπέροχος ήρωας! Μικροαστός ως τα μπούνια. Κοντόχοντρος, με ένα υποδόριο μίσος για οτιδήποτε εξεζητημένο και μοντέρνο. Ο άνθρωπος που η διασκέδαση του αρχίζει και τελειώνει με ένα νόστιμο πιάτο από τα χέρια της γυναίκας του και κανένα φιλμ στο σινεμά. Ούτε γκαλερί, ούτε φιλοσοφίες και λογοτεχνίες...αλλά τον Βάρναλη, όπως περιγράφει ο Μαρής...τον έχει ακουστά. Να είναι άραγε τυχαία αυτή η αναφορά στον Βάρναλη;

Διαβάζεις τις ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα και γαντζώνεσαι αρχικά από το μυστήριο του εγκλήματος. Θέλεις να βρεις κι εσύ τη λύση. Καθώς όμως οι σελίδες γυρίζουν πιάνεις τον εαυτό σου να παρασύρεται σε μια αριστουργηματική καταγραφή, κι εν πολλοίς κριτική των ηθών της αστικής τάξης της δεκαετίας του '50. Ο άχαρος αστυνομικός σαρώνει με τα κυνικά βλέμματα του και τις αιχμηρές ατάκες του όλους αυτούς τους ήρωες των σαλονιών. Λιμοκοντόροι με σμόκιν, κυρίες εκπάγλου καλλονής, τζιγκολό της κακιάς ώρας, αθλητές με τις πανάκριβες κούρσες τους...κανένας δεν του ξεφεύγει.

Δεν ξέρω αν αυτή η παραπομπή στον Βάρναλη έγινε συνειδητά. Πάντως σίγουρα ο Μπέκας τον έχει αυτό τον σαρκασμό που έχει κι ο Βάρναλης στα ποιήματά του. Ένας σαρκασμός που η βάση του είναι ηθολογική κι όχι πολιτική. Ένας σαρκασμός μικροαστικός. Σε πολλούς θα ξένιζε, ίσως και σε μένα. Δεν θα γλιτώσει από τον Μπέκα -ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα-, όπως και από τον Βάρναλη-διαβάστε τον μονόλογο του Μώμου- ούτε ο ομοφυλόφιλος, ούτε ο αγαπητικός μιας πόρνης. Μην νομίζετε δηλαδή πως τα γράφω αυτά για να πω πως ο Μπέκας είναι κανένα σύμβολο της επανάστασης. Τουναντίον.

Ο αστυνομικός αυτός είναι ένας άνθρωπος σαν κι εμάς. Κι η διασκέδαση που μας προσφέρει είναι κοινή. Για να περάσει η ώρα και να χαζέψουμε κάπως με φθόνο τις βρομιές και τα αίσχη των τότε πλουσίων. Άλλωστε εκείνη η εποχή της Ελλάδας της αβέβαιης πολιτικής κατάστασης, των διωγμών των αντιφρονούντων και του παρασιτισμού των ψευτοαστών που πλούτιζαν αναλαμβάνοντας δημόσια έργα και καταβροχθίζοντας τα δάνεια...έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Μου 'φεξε

Και ποιος θα μπορούσε να φέρει αντίρρηση πως ο έρωτας είναι σπουδαίο πράγμα. Όπως τον καταλαβαίνει ο καθένας. Σαν ένα πάθος, μια συντροφικότητα, μια ανάγκη να είσαι κοντά στον άλλο. Να επαναλαμβάνεις συχνά και μονότονα τις ίδιες τελετουργίες με τον εκλεκτό σου.

Είναι σίγουρα μια εμμονή. Κι έχει και ένα πάρε δώσε ύπουλο, μια μάχη κυριαρχίας. Τα έχουν πει τα τραγούδια κι οι ποιητές αυτά να μην τα επαναλαμβάνουμε. Και να μην είμαστε στενόμυαλοι. Έρωτας είναι και το πάθος ενός ανθρώπου για το φαγητό. Έρωτας είναι και η αγάπη για τη φύση και τα ζώα. Έρωτας είναι ακόμα και η αγάπη για το χρήμα. Ακόμα και η επιμονή του Πάσχου Μανδραβέλη να μας γράφει τα ίδια και τα ίδια βαρετά, χρόνια τώρα στην επιφυλλίδα του, ένας έρωτας είναι...

Και είμαι ευγνώμον πραγματικά και δόξα τω Θεώ που κι εγώ απολαμβάνω που και που τον έρωτα στην ζωή μου, έστω και περιστασιακά. Να τις προάλλες που ήμασταν αγκαλιά στα χαλίκια της πλαζ και είχες το χέρι σου ανάμεσα στα πόδια μου και μας νανούριζε το κύμα...έρωτας ήταν. Όχι βέβαια για τα όμορφα σου τα μάτια, ή τον καταυγασμένο απέραντο γιαλό...ούτε καν για το πονηρό σου χέρι. Πάνω από όλα ήταν έρωτας για τον εαυτό μου και την απίστευτη μου τύχη. 

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Κοντά στα ξερά...

Η σημερινή μέρα ήταν πολύ περίεργη. Δεν είχα συναισθήματα. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω, πως να το περιγράψω. Όμως δεν ένιωθα τίποτα. Επίτηδες το πρωί έμεινα σπίτι και σκέφτηκα ένα σωρό θλιβερά πράγματα να με αυθυποβάλω. Τίποτα.

Το απόγευμα σε ένα πάρτυ γενεθλίων έπιασα τον εαυτό μου να παρακολουθεί τους ανθρώπους σαν μέσα από σκάφανδρο. Μικρά πλαστικά πιατάκια με τούρτα, πολύχρωμα καπέλα, happy birthday to you. 'Τι είναι όλα αυτά, τι σημαίνουν;' σκέφτηκα κι έπειτα βάδισα αργά σαν δύτης στην έξοδο λέγοντας 'να τον χαίρεστε'.

Δεν πειράζει. Ανθρώπινα είναι αυτά υποθέτω. Όλοι έχουμε δικαίωμα στην ακεφιά.  Μόνο που φοβάμαι μήπως αυτό είναι κάτι σοβαρό, κάτι που θα μείνει. Αρχίζω και τη μετανιώνω εκείνη την απόφαση που πήρα να πάψω να σε αγαπώ...κοντά στα ξερά, μου φαίνεται, καήκανε και τα χλωρά.


Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Προσπέκτους

Η φωτογραφία υπήρξε αρχικά μια μαγική τεχνολογία. Δεν έχει κανείς παρά να κοιτάξει εκείνες τις κιτρινοπράσινες φωτογραφίες του περασμένου αιώνα. Όπως και τα παλιά σαρανταπεντάρια έτσι και αυτές κατέγραψαν κάτι πολύ ανθρώπινο και αληθινό. Δεν μιλώ για τη φωτογραφία ως τέχνη -αυτή δεν τη γνωρίζω- αλλά τη φωτογραφία ως καθημερινή ασχολία, ως τρόπο έκφρασης του μέσου ανθρώπου.

Με τις φωτογραφίες ο χρόνος που περνά έπαψε πια να είναι ποιητικό σχήμα. Τώρα είχαμε χειροπιαστά ντοκουμέντα για το κακό που μας συμβαίνει. Οι ζωές όλων μας, από τα παιδικά μας χρόνια μέχρι τους γάμους μας και τις βαφτίσεις των παιδιών μας απέκτησαν πάνω στο φωτογραφικό χαρτί μια υφή ονείρου.

Τα πράγματα όμως γρήγορα άλλαξαν. Ηumanity cannot bear much reality. Και πράγματι έτσι είναι. Σύντομα τα σαστισμένα σώματα των παλιών φωτογραφιών, τα κόκκινά μάτια κι οι άσχημες μούτες που δεν είχαμε τρόπο να διορθώσουμε σε ένα φιλμ έδωσαν τις θέσεις τους σε επιτηδευμένα χαμόγελα και μια επίπλαστη ευτυχία όπως αυτή των διαφημίσεων.

Ναι το ξέρω πως πάντοτε οι άνθρωποι στήνονταν μπροστά στο φακό όμως δεν είναι το ίδιο. Το διαδίκτυο και η τεχνολογία μας έδωσαν μια εξοικείωση που δεν την είχαμε. Με λίγα λόγια το μάθαμε το μέσο και καταφέρνουμε πια αρκετά επιτυχώς, όπως και στις περισσότερες εκφάνσεις της ζωής μας, να δείχνουμε αυτό που θέλουμε κι όχι αυτό που είμαστε.

Για αυτό και προσωπικά πια τις φωτογραφίες τις βρίσκω κάπως ντεμοντέ. Δεν ξέρω πως κι αν αυτό θα αλλάξει στο μέλλον αλλά έτσι μου φαίνεται. Μου βγάζουν μια εγωπάθεια κι έναν ναρκισσισμό που είναι για γέλια. Όπως εκείνο το πομπώδες σονέτο του Oronte στον μισάνθρωπο, λένε πολλά και στο τέλος δεν λένε τίποτα. Εξαίρεση ίσως είναι οι φωτογραφίες των εφήβων που ακόμα δεν έχουν δηλητηριαστεί και τόσο από τις κοινωνικές συνήθειες.

Τουλάχιστον, όσοι ακόμα τους αρέσει το άθλημα ας προσπαθήσουν να μην στήνονται, ας δώσουν χώρο στην αφηρημάδα και στο λάθος. Δεν είναι προσπέκτους η ζωή. Ο ερωτευμένος άνθρωπος, ο χαρούμενος άνθρωπος, ο εμπνευσμένος άνθρωπος, το ποιος είναι ο καθένας μας, θα φανεί στις 'απαρατήρητες τις πράξεις' όπως τις ονομάζει ο Καβάφης. Έτσι πρέπει γιατί σιγά σιγά αυτό που λέγαμε το 'μια εικόνα, χίλιες λέξεις' θα καταντήσει 'μια εικόνα...χίλια χασμουρητά'.


Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Ο Μαιτρ κι η Μαργαρίτα

Ένας άνθρωπος που βασανίστηκε πολύ από το Σοβιετικό καθεστώς ήταν ο συγγραφέας Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Δεν πήγε Σιβηρία, ούτε βέβαια βασανίστηκε σωματικά με τους πολλούς τρόπους που είχε το σταλινικό έκτρωμα να εξοντώνει τους αντιφρονούντες αλλά έζησε στο πετσί του όπως και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες την Σοβιετική λογοκρισία.

Το αριστούργημα του ο Μαιτρ κι η Μαργαρίτα, εξαιτίας αυτής της λογοκρισίας, κατέντησε ένα χρονοβόρο μαρτύριο. Σχεδόν δύο δεκαετίες πάλεψε με τους δαίμονες της ρωσικής ιντελιγκέντσιας. Απομονώθηκε. Απελπίστηκε. Πέρασε χίλια κύματα και λίγο πριν δώσει το τελικό φινίρισμα στο φιλόδοξο έργο του ξεψύχησε. 

Αυτό που ήθελα να πω και νομίζω είναι σχετικό με την εποχή μας είναι πως το πιο μεγάλο κρίμα αυτού του ανθρώπου δεν ήταν ούτε η παράλογη ψευδο-επιστημονική ιδεολογία του κουμουνισμού, ούτε το ίδιο το απεχθές πρόσωπο του δυνάστη Στάλιν. Αυτά ήταν γνωστά, συμπτώματα των αδύναμων καθεστώτων παντού και πάντοτε. Αυτό που τον πλήγωσε περισσότερο ήταν η στάση των ίδιων των ανθρώπων του, των καλλιτεχνών και των ανθρώπων του πνεύματος. 

Όλων αυτών που μπροστά σε όλες αυτές τις θηριωδίες νίψαν τας χείρας τους και είπαν 'ναι μεν, αλλά'. Για αυτό άλλωστε και κεντρικός χαρακτήρας και νοηματικός άξονας του βιβλίου είναι ο ίδιος ο Πόντιος Πιλάτος, ο άνθρωπος που γνωρίζει πως θα σκοτώσει έναν αθώο, που γνωρίζει το ηθικά σωστό όμως προτιμάει να μην πάρει θέση, κρυμμένος πίσω από έναν τεχνικό ορθολογισμό και μια νομική τυπολατρία.

Αυτό τον Πιλάτο μου θύμισαν όλοι οι αυτοί οι διανοούμενοι, οι υπέρμαχοι των ανανεωτικών ιδεών και του ορθολογισμού όταν με το αυταρχικό κλείσιμο της ΕΡΤ είπαν 'ναι μεν, αλλά'. Οι συνδικαλιστές, τα παράλογα έξοδα, οι χαμηλές τηλεθεάσεις...ψευτοδικαιολογίες, μασημένα λόγια. Δεν θέλω να αναλύσω το πως και το γιατί, γιατί δεν βγαίνει άκρη. Ο καθένας ας τα βρει με την συνείδηση του. Εγώ ούτε αριστερός είμαι, ούτε δημόσιος υπάλληλος, ούτε κανένας Ιακωβίνος, -το ίδιο μου κάνει ποιος θα είναι πάνω και ποιος κάτω- αλλά μάτια έχω και βλέπω...πως η λέξη δημοκρατία στην Ελλάδα έχει καταντήσει αστείο. 

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Η ανοιξιάτικη βροχή

Πολλές φορές σκέφτομαι τη ζωή μου μια τελειωμένη υπόθεση...θέλω να πω, πως οι αποφάσεις έχουν ληφθεί, τα χρόνια έχουν περάσει και δεν υπάρχει πια και το κουράγιο να αλλάξεις τα πράγματα.

Ίσως να άντεχα καλύτερα αν μου άρεσαν το καλοκαίρι ή οι εκδρομές ή τα ψώνια...αν είχα το ταλέντο να πείθομαι από τις μικρές καθημερινές απολαύσεις...αλλά όχι. Εγώ είμαι πολύ ξεροκέφαλος, πολύ αλαζόνας...για όλα αυτά.

Ακόμα και η ενασχόληση με την  τέχνη...είναι μέρες που μου φαίνεται μια επιτήδευση, ένας πιθηκισμός για αδύναμους ανθρώπους που δεν έχουν το κουράγιο να σταθούν απέναντι στη μοίρα της ζωής τους. 'Ποιος τον χέζει τον James Joyce...' μονολογώ.

Πολύ την ευχαριστιέμαι λοιπόν αυτή την ανοιξιάτικη βροχή. Γιατί για εμάς τους απαισιόδοξους είναι μια επιβεβαίωση της φιλοσοφίας μας. Ο ήχος της, τα χρώματά της.

Πολύ τον ευχαριστιέμαι επίσης αυτόν τον καινούριο έρωτα που εμφανίστηκε στη ζωή μου. Είναι αδιέξοδος και καταδικασμένος. Κι όταν μιλάω στο τηλέφωνο το βράδυ με την αγαπημένη μου, νιώθω μια ικανοποίηση, γιατί και η φωνή της είναι και αυτή μια επιβεβαίωση της φιλοσοφίας μου. Ένας τρυφερός αχός βροχής προτού αποκοιμηθώ.


Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Μου μυρίζει ανθρώπινο κρέας

Ίσως την πιο ξεχωριστή θέση στην βιβλιοθήκη μου αλλά και στην καρδιά μου έχουν τα παραδοσιακά ελληνικά παραμύθια που συνέλεξε κι επιμελήθηκε ο Γεώργιος Μέγας εικονογραφημένα από τον Φώτη Κόντογλου και τον Ράλλη Κοψίδη

Γνωμικά, αστεία και ολόκληρες αλλοπρόσαλλες ιστορίες της ελληνικής υπαίθρου αλλά και της μακρινής βυζαντινής καθημερινότητας.

Λες παραμύθια και συνήθως στο μυαλό σου έρχεται ένας παππούς με τα αφράτα ροδομάγουλα κοντά στο τζάκι να διηγείται. Όμως με αυτά τα παραμύθια είναι αλλιώς γιατί δεν είναι ξενόφερτα. Διαβάζοντας τα περπατάς μέσα στη ζέστη και τις καλαμιές, τους χωματόδρομους και τους ελαιώνες της Ελλάδας.

Το βασικό θέμα είναι η νίκη του αγνού, του αλλοπαρμένου επί της καθιερωμένης λογικής του κόσμου. Σπανοί, μισότρελοι, καλόγεροι, κουτσοί...αυτοί είναι οι ήρωες που με τα καμώματά τους κερδίζουν τις πιο όμορφες πριγκίπισσες καθώς βέβαια και την εύνοια των μαγικών φυσικών στοιχείων...των φιδιών, των πτηνών και των δράκων.

Έτσι θεώρησε τον κόσμο η λαϊκή σοφία. Και πολύ σωστά έκανε. "Ο λαός ανέκαθεν ξεπέρασε τους λογικούς φραγμούς, κι ένιωσε να επικοινωνεί με τη φύση ολόκληρη, αισθάνθηκε σαν πλάσματα αδελφικά τ' άλογα, τα "νοητάκια", τους σκύλους, τα πουλιά, τα ζώα", λέει ο Μέγας.

Πράγματι. Έτσι είναι. Ένας μεταφυσικός μισανθρωπισμός υποβόσκει στη λαϊκή σοφία, μια αίσθηση πως τα ήθη των 'ανθρώπων', τα κοινωνικά τους πρέπει και η σοβαροφάνεια δεν έχουν την ομορφιά, δεν έχουν την αγάπη και την λάμψη των ανυποψίαστων ζώων και των αλαφροΐσκιωτων ηρώων.

'Μου μυρίζει ανθρώπινο κρέας' λέει καχύποπτα ο νοικοκύρης δράκος που μπαίνει στο σπιτικό του μετά από πολλές μέρες ταξιδιών ή δουλειάς. Ανθρώπινο κρέας...τι κουβέντα, τι όμορφος μισανθρωπισμός.


Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Εκτός θέσης

Ζω σε μια μικρή πόλη. Είμαι ένας μικρός άνθρωπος και δεν θέλω πολλά από τη ζωή μου ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστέυω. Από πάντα το είχα στο μυαλό μου...  'Δεν θέλεις πολλά', μου έλεγα, 'δεν χρειάζεσαι πολλά για να είσαι ευτυχισμένος'.

Ένα ποτήρι μπύρα, κάποια σύντροφο, ίσως και μια μικρή για τα πιο ταπεινά ένστινκτα, ίσα ίσα να πεις πως έκανες και μια αμαρτία. Έστω για την χαρά να αγοράζεις προφυλαχτικά απ' το περίπτερο...

Έτσι ήθελα να κτίσω την ζωή μου, με τα πιο απλά υλικά. Χωρίς στόμφο, χωρίς φοβερές αποκλίσεις από την πλειοψηφία, χωρίς ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα, χωρίς πάθος για μεγαλουπόλεις, ακριβά ρεστοράν και μουσεία μοντέρνας τέχνης.

Και πράγματι έτσι έγινε. Μικροαστικά. Με μια μετρίως αμοιβόμενη δουλειά. Με κανένα μπαράκι για την παρασκευή το βράδυ όπου πηγαίνουν άνθρωποι σαν κι εμένα που τους αρέσει η λίγο πιο καλή μουσική. Που σε γενικές γραμμές είναι δημοκράτες. Συζητάνε. Κάποιοι διαβάζουν βιβλία ή έχουν αρκετά εξειδικευμένες γνώσεις για το μοντέρνο σινεμά...

Τέτοια σκεφτόμουν γυρνώντας κι από την αποψινή καθιερωμένη μπύρα, μόνο που η καρδιά μου δεν έλεγε να ησυχάσει...δεν γινόταν να καταναγκαστεί.


Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Ο πρώτος μου αυνανισμός


Η ευτυχία που ένιωσα έμοιαζε λάθος. Ίσως να έφταιγε το πλακάκι που σκέπαζε τους τοίχους του μπάνιου -ένα ιερό ανωμαλίας. 'Ίσως ήταν τα αρώματα του πατέρα, οι κρέμες της μητέρας, τα φτηνά αποσμητικά. Δεν ξέρω.

Σίγουρα ένιωθα πολύ μικρός για να αφυπνισθώ σεξουαλικά, υποθέτω έτσι νιώθουν οι περισσότεροι...έπλυνα τα χέρια μου καλά με σαπούνι μήπως και κυλήσει το γεγονός μαζί με το νερό στην αποχέτευση. Μάταια. Στα δάχτυλα μπορούσα ακόμα να μυρίσω την γλυκερή αποφορά του σπέρματος -ή μήπως ήταν απλά το σαπούνι;

Όπως και να 'χει έπρεπε να βγω έξω και να κάνω σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Θα πρεπε να προσέξω καλά τον τόνο της φωνής μου...είχα ακούσει πως αλλάζει ο τόνος της όταν αυνανίζεσαι, γίνεται πιο μπάσος.

Α και η τύφλωση. Βέβαια ο αυνανισμός τυφλώνει. Πράγματι δεν πέρασαν παρά μερικοί μήνες προτού διαπιστώσω πως δεν ξεχώριζα τα μικρά γράμματα στον πίνακα της τάξης.

Έκλεισα προσεκτικά πίσω μου την πόρτα. Στάθηκα λίγο με την ιδέα πως η ζωή μου πια θα άλλαζε για πάντα. Καταλάβαινα εκείνη την στιγμή πως έμπαινα σε έναν καινούριο κόσμο, στο κόσμο των ενηλίκων; των εφήβων; σίγουρα πορευόμουν σε αχαρτογράφητα νερά.

Καταλάβαινα όμως και κάτι άλλο...πως το γνήσιο πάθος είναι κάτι πολύ προσωπικό, ένα κουσούρι, ένα μυστικό γραμμένο σε παιδικά ακαταλαβίστικα...δύσκολα μεταφράζεται, δύσκολα μοιράζεται.

Στο ημερολόγιο μου εκείνη την μέρα -το έχω ακόμα- σημείωσα...

Σήμερα έμαθα τι θα πει ανθρώπινη μοναξιά. Την γνώση αυτή την απόκτησα μέσα από τον αυνανισμό. Ωραίος ήτανε. Ίδρωσα, ανατρίχιασα και στον οργασμό έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.'Τρωρα τρωρα τρωρα...χρύνω καυλρα' φώναξα κι έπειτα σώπασα κι ήθελα να κλάψω. 

Μεγάλες Προσδοκίες

Τι είναι αληθινή αγάπη; Εντάξει ξεκαρδίζομαι. Τι ερώτημα κι αυτό και πόσο μάταιο να το σκέφτεσαι τέτοιες υπέροχες μέρες...αχ μας ήρθε απότομα φέτος η άνοιξη, όχι απότομα, πιο σωστά απρόσμενα.

 Σαν απίστευτο μοιάζει το γεγονός...τόσους μήνες που χαθήκαμε στις ατελείωτες συζητήσεις για την κρίση, για τα μαύρα σύννεφα στον πολιτικό ορίζοντα, για τα φαντάσματα που πλανιόνται πάνω από την Ευρώπη...και τώρα ξαφνικά φως...παντού...συγυρίζει την φύση στην παλιά καθιερωμένη της τάξη...

Τα φύλλα σκουπίζονται από τις αυλές και τους κήπους.

Οι ταξιδιωτικοί πράκτορες ανοίγουν αγουροξυπνημένοι τα γραφεία τους.

Οι  εποχιακοί γκριζομάλληδες τουρίστες χάνουν τον δρόμο τους στα σοκάκια.

Τα νεκροταφεία πρασινίζουν, τα λουλούδια εις μνήμη είναι τώρα πιο ζωντανά, πιο εντυπωσιακά.

Και οι μαθήτριες λίγο πιο εκεί χέρι, χέρι -καθώς μια γάτα κάνει το μπάνιο της στην πεζούλα- περιχαρώς διαβαίνουν την πρώτη τους καυλωμένη άνοιξη.


Τι είναι αληθινή αγάπη; Κάθε φορά που το σκέφτομαι ξεκαρδίζομαι...ειλικρινά.

Κι όντως είναι μάταιο να αναλογίζεσαι τέτοια θλιβερά πράγματα τέτοιες όμορφες μέρες. Όμως τώρα με πιάνει, από μικρό παιδί, παραμονές Μαΐου, ίσως με τις αισθήσεις σε εγρήγορση από την πολλή ομορφιά...αποκτώ κι εγώ μεγάλες προσδοκίες...κι έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με την αλήθεια.

 'Θα σου πω εγώ τι είναι αληθινή αγάπη....είναι τυφλή αφοσίωση, εκούσιος αυτοεξευτελισμός, απόλυτη υποταγή, πίστη κι εγκαρτέρηση ενάντια στην λογική σου, ενάντια στην λογική όλου του κόσμου...το να παραδίδεις όλη σου την καρδιά και όλη την ψυχή στον εκτελεστή σου...αυτό είναι αληθινή αγάπη'


Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Δον Κιχώτης

Είναι κάτι μέρες που λαμβάνεις μηνύματα και τηλέφωνα μόνο από τους λάθους ανθρώπους. Ο αντιπαθητικός από το γραφείο...κανένας χάχας γνωστός, συνήθως χοντρός, που τον φορτώθηκες από λύπηση... ή κάποια που δεν θυμάσαι καν το πρόσωπο της και επιμένει να σε αποκαλεί μωρό μου μήπως και διασώσει κάτι από το ρομαντισμό εκείνης της πίπας που σου έκανε στο αυτοκίνητο μεθυσμένη, μασώντας τσίκλα.

Άνθρωποι παράξενοι που ποτέ σου δεν κατάλαβες...άστοχοι, έτσι τουλάχιστον θέλεις να πιστεύεις, γραφικότητες που υπερτονίζουν ακόμα περισσότερο το προσωπικό σου δράμα.

Αχ, εσύ είσαι φτιαγμένος για άλλα...για τα υψηλά της ποιήσεως τα ιδανικά...για των ιδεών την πόλη.

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Ο άγιος ψεύτης

Ίσως ένα από τα πιο αγαπημένα μου διαβάσματα της εφηβείας, όπως και πολλών άλλων της γενιάς μου, ήταν η σειρά βιβλίων του Κάρλος Καστανέντα όπου καταγράφει, υποτίθεται, την εμπειρία του κοντά σε έναν αυθεντικό Σαμάνο μιας ινδιάνικης φυλής τον Δον Χουάν Μάτους.

Προσωπικά βρίσκω αυτά τα βιβλία ακόμα και τώρα αριστουργηματικά. Το βασικό υλικό των ιστοριών και των χαρακτήρων είναι η σύγκρουση μεταξύ επιστημονικής σκέψης και υπερβατικής εμπειρίας.

Ο ίδιος ο Καστανέντα καθηγητής της ανθρωπολογίας είναι εκπαιδευμένος στην ταξινόμηση και στην πειραματική επαλήθευση, στην ακριβή χρήση των όρων και της γραμματικής. Ο Δον Χουάν Μάτους, ο εμπειρικός Σαμάνος από την άλλη, είναι ο άνθρωπος της δράσης, ένας φτωχός κι ασήμαντος κατά τ' άλλα χωριάτης, ο οποίος απορρίπτει κάθε επίτευγμα του δυτικού πολιτισμού ως ανοησία.

 Οι αφορισμοί του είναι τόσο κραυγαλέοι και υπερβολικοί που συχνά βγάζουν και τον ίδιο τον Καστανέντα από τα ρούχα του...'Μα πως είναι δυνατόν να το λες αυτό Δον Χουάν...είναι εξωφρενικό'

Εξ'αρχής είχα πάρα πολλές αμφιβολίες για την αυθεντικότητα αυτού του Δον Χουάν. Παραήταν σκωπτικός, παρά ήταν γνωστικός για ανεπιτήδευτος ινδιάνος. Και το χιούμορ του ήταν μεγαλοφυές μέσα στην απλότητά του. 'Όταν ονειρεύεσαι να κρατάς το πουλί σου' συμβούλευε...'ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου προκύψει'.Αλλά και το όνομα του...'Δον Χουάν'. Τι σόι όνομα ήταν αυτό για σαμάνο.

Έτυχε λοιπόν κάπου εκεί την ίδια περίοδο να πέσει στα χέρια μου ένα άλλο βιβλίο ενός άλλου ίσως πιο γνωστού και πιο καθιερωμένου διανοητή του Αλμπέρτ Καμύ το γνωστό 'ο μύθος του Σίσυφου.' Γράφτηκε το 1942 μέσα στο αδιέξοδο του πολέμου και μεταφράστηκε στα αγγλικά το 1955 την δεκαετία της πληθυσμιακής έκρηξης στις Ηνωμένες πολιτείες, δέκα περίπου χρόνια προτού ξεκινήσει να γράφει ο Καστανέντα ....την εποχή των Μπητνικς και της Μπιμποπ Τζαζ και γενικά της γέννησης της ποπ κουλτούρας.

Η βασική ιδέα του Καμύ, όπως τουλάχιστον την καταλαβαίνω εγώ, είναι πως η ζωή δεν έχει κανένα απολύτως νόημα και σκοπό και πως το μόνο κίνητρο να ζούμε είναι μια παράλογη θέληση για ζωή, μια φλόγα που καίει έτσι αστόχαστα μέσα μας. Τίποτα δεν οδηγεί πουθενά. Είμαστε ταξιδιώτες χωρίς προορισμό, χωρίς βάρος, φύλλα στον άνεμο.

Κι έτσι κάπως συνθέτει μια καινούρια ηθική φόρμουλα για τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τον Καμύ οι άνθρωποι δεν πρέπει να προσδίδουν σε τίποτα σημασία, πρέπει να είναι ανάλαφροι, ίσως και λίγο θεατρίνοι -στην ουσία ψεύτες- καθότι τίποτα δεν είναι αληθινά αληθινό, τίποτα δεν θα γλυτώσει από τα χέρια του θανάτου. Η ζωή είναι μια τρέλα που λέει και ο λαός.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του Καμύ για τον ιδανικό άνθρωπο είναι ο Δον Ζουάν, ο μεγάλος γόης, που ερωτεύεται κάθε φορά σαν να είναι η πρώτη του φορά, που παραδίδεται στις στιγμιαίες του έξεις με μνήμη χρυσόψαρου...περνώντας από την ζωή χωρίς να αφήνει πίσω ίχνη. Ο απόλυτος ταξιδιώτης...ο πιο παλιός φευγάτος.

Λοιπόν αυτή είναι ακριβώς και η θεωρία του Δον Χουάν Μάτους του Καστανέντα. 'Στη ζωή λέει ο Δον Χουάν Μάτους δεν πρέπει να κατέχεις τίποτα, δεν πρέπει να έχεις ούτε καν μόνιμη κατοικία ή κατοικίδια, πρέπει να είσαι έτοιμος πάντα να φύγεις και να ζεις κάθε στιγμή με την ανάσα του θανάτου στο σβέρκο σου...'. Η απόλυτη πνευματική ολοκλήρωση είναι η κίνηση προς το άγνωστο, η περιπέτεια...

Όλα τα άλλα, οι καταγραφές, οι λίστες, οι ταξινομήσεις δεν είναι πάρα οι μάταιες σου προσπάθειες να κρατηθείς από τη ζωή σου λες και δεν ξέρεις πως σίγουρα θα την χάσεις. Ο μόνος αληθινός επιστήμονας, σύμφωνα με τον Δον Χουάν, είναι αυτός που ξέρει το αναπόφευκτο του θανάτου του και καθορίζει κάθε πράξη του σύμφωνα με αυτή τη γνώση.

Η ομοιότητα ήταν πολύ εξόφθαλμη για να την αγνοήσω. Άλλωστε ο Καστανέντα ήταν διανοούμενος, και παιδί της εποχής του. Είμαι σίγουρος πως ο Δον Χουάν Μάτους είναι μυθοπλασία και πως γράφτηκε πάνω στις βασικές αρχές του υπαρξισμού όπως τις αναφέρει ο Καμύ στο μύθο του Σίσυφου. Τα μοτίβα είναι παράλληλα και επαναλαμβάνονται με επίμονο τρόπο στην αφήγηση.

Βέβαια ο Καστανέντα προχωράει ένα βήμα παραπάνω. Δεν είναι ώρα εδώ να εξηγήσω πως και γιατί, όμως στην απλή φιλοσοφία του Καμύ προσθέτει την δύναμη της παραβολής και του ανεκδότου δίνοντας μια παραδοσιακή χρεία στις εξιστορήσεις του. Επίσης, τους χαρακτήρες του τους καλύπτει με κάτι το μαγικό χωρίς ποτέ να ξεπέφτει σε γελοίες new-age κοινοτοπίες. Ο Καστανέντα κατά βάθος πάντα παραμένει απαισιόδοξος, πιστός στις υπαρξιστικές καταβολές του.

Μου κάνει εντύπωση όμως που δεν έχω διαβάσει πουθενά για αυτή την σύμπτωση με τα ονόματα. Σίγουρα όμως, αν όντως είναι έτσι, ο Κάρλος αποτίνει φόρο τιμής στον δάσκαλο του, φτιάχνοντας ένα τόσο πετυχημένο και ξεκαρδιστικό ψέμα...τα βιβλία του πούλησαν απίστευτα αντίτυπα, εκατομμύρια ανά τον κόσμο και υπάρχουν ακόλουθοι της κοσμοθεωρίας του παντού, οι οποίοι κάνουν τον σταυρό τους, που λέει ο λόγος, στον Δον Χουαν τον μεγάλο σαμάνο προφήτη...


Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Τα δέκα πράγματα

Διάβασα στην Καθημερινή για ένα καινούριο βιβλίο του Ρομπέρτο Σαβιάνο, του επικηρυγμένου από την Μαφία συγγραφέα ο οποίος χαίρει παγκόσμιας εκτίμησης για την δημοσιογραφική του τόλμη και την ανάλαφρη, δροσερή γραφή του.

Το καινούριο βιβλίο του Σαβιάνο έχει να κάνει με την ιταλική μιντιοκρατία και δημοκρατία και όλες τις φαυλότητες της. Διάβασα πως ο Σαβιάνο σε αυτό το βιβλίο προσπαθεί να αφηγηθεί χρησιμοποιώντας καταλόγους ανθρώπων με τα δέκα πράγματα για τα οποία θεωρεί ο καθένας ότι αξίζει να ζεις.

Σκέφτηκα να κάνω κι εγώ την δική μου λίστα. Ορίστε λοιπόν τα δέκα πράγματα για τα οποία αξίζει να ζω...


1) Η αίσθηση πως δεν μεγάλωσα ποτέ όταν αυνανίζομαι.

2) Η όπερα Ντον Τζιοβάνι και ο όγκος του ακατέργαστου πάθους που φέρει.

3) Το να πηγαίνω σε μουσεία και να κοιτάζω μόνο τις γυναίκες κι όχι τα εκθέματα.

4) Το να γράφω κάτι και μετά να μου αρέσει.

5) Οι φούξια βουκαμβίλιες στην κατηφόρα.

6) Το να λέω...σου τα λεγα δεν σου τα λεγα...

7) Το να με ξύνει στην πλάτη κάποια ερωμένη αφού έχω τελειώσει.

8) Ήχοι από ανοησίες παιδιών σε ώρες κοινής ησυχίας.

9) Τα βυζιά.

10) Οι μέρες που σου λείπω αφόρητα και δεν μου το λες.


Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Woody Allen

Κάθε φορά που θα βρεθώ σπίτι η μητέρα μου θα αναφέρει ένα δυο νεκρούς. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό, είναι το θέμα της. Υποθέτω πως υποκρύπτει μία νεύρωση με το φόβο του θανάτου... Ο παιδίατρος που έμεινε στον τόπο. Ο ταχυδρόμος ο οποίος ήτανε ηδονοβλεψίας και σκοτώθηκε προσπαθώντας να ξεφύγει από την αστυνομία. Αλλά και γνωστά οικεία πρόσωπα, μακρινοί παππούδες, αδέρφια ακόμα και κατοικίδια όπως ο οικογενειακός σκύλος Λέων τον οποίον παρέσυρε μία μοτοσυκλέτα.

Δεν ξέρω τι σημαίνουν όλα αυτά. Το νεκρολόγιο -κατά το πελατολόγιο- είναι ατελείωτο. Γεγονός πάντως είναι πως έχω συνηθίσει. Πολύ ωραία είναι που τρώμε το μεσημεριανό μας έτσι μακάβρια. Κάποια μέρα θα γίνουμε σαν αυτούς κι εμείς. Θα μιλούν για εμάς τρώγοντας, προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν το τρομαχτικό ενδεχόμενο της ανυπαρξίας. Έτσι είναι η ζωή περνάει...συνοπτικά, σαν αστείο του Woody Allen, σαν την λυχνία απ' το φως που σβήνει.


Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

The love, that dare not speak its name

Θυμάμαι όταν, συνεσταλμένος φοιτητής εγώ, πρωτομπήκα στο γραφείο του καθηγητή Άλαν Σινφιλντ...ένα μικρό θρανίο, ελάχιστα βιβλία στο ράφι -κυρίως αυτά που είχε συγγράψει ο ίδιος- και μια εντυπωσιακή αφίσα από την θεατρική παράσταση Λεωφορείον ο Πόθος. Ο τρόπος που με κοίταξε έχει μείνει για πάντα αποτυπωμένος στη μνήμη μου. Μια οικειότητα αταίριαστη για την περίσταση, μια έκπληξη συμπάθειας. Ποτέ δεν μιλήσαμε για κάτι προσωπικό. Τα τυπικά των μαθημάτων, συμβουλές και κάτι αστεία βρετανικά τα οποία τα στόλιζε με το ανόητο παιδικό του χαμόγελο.

Παρόλαυτα οι απόψεις μας πάντα συνέπιπταν, λίγο έως πολύ, και παρότι μας χώριζαν πολλά χρόνια, πολλά γούστα -ο Άλαν ήταν ομοφυλόφιλος- η αίσθηση πως έχουμε κάτι κοινό, κάτι αδερφικό ήταν έντονη κι ας μην το λέγαμε ξεκάθαρα.

Μια από τις χαρακτηριστικές εμμονές του Άλαν ήταν η παρείσφρηση της ιδεολογίας ακόμα και στις πιο ας το πούμε 'αγνές' εκφάνσεις της ζωής. Κάτι βέβαια το οποίο ιδιοσυγκρασιακά με έβρισκε απολύτως σύμφωνο. Μάλιστα στα πρώτα μας μαθήματα, ήμουνα εγώ πρώτος που άρχισα να μιλώ, χωρίς να ξέρω τότε τις απόψεις του, για τις ύποπτες 'συναλλαγές΄ του έρωτα και της φιλίας. Όλα είναι εξουσία και υποταγή του είχα πει...και τότε αυτός ενθουσιασμένος κατέβασε από το ράφι το βιβλίο του 'Εξουσία και σεξουαλικότητα' στο οποίο ανέπτυσσε ακριβώς αυτή τη θέση διανθίζοντας την με παραδείγματα από την σύγχρονη και κλασσική λογοτεχνία.

Οι ομοιότητες δεν ήταν βέβαια μόνο ακαδημαικές. Ήμασταν ψυχές από την ίδια στόφα. Ιδρώναμε κι οι δύο υπερβολικά στα χέρια -πολλές φορές σκουπίζαμε ταυτόχρονα τα χέρια μας στο παντελόνι την ώρα του μαθήματος- και είχαμε και οι δύο μια εμμονή με τα τζην πουκάμισα και τα αθλητικά παπούτσια.

Αλλά και στο χιούμορ...θυμάμαι συζητούσαμε για εκείνο το σύγγραμα του Barthes όπου εξηγεί πως όταν δώσεις ένας δώρο σε κάποιον που δεν μπορεί να το ξεπληρώσει με κάτι ανάλογο σε αξία ουσιαστικά του τονίζεις την δύναμη σου, του επιβάλλεσαι. Μελετήσαμε μάλιστα το θεατρικό του  Μάρλοου Διδώ, η βασίλισσα της Καρχηδόνας όπου ο Δίας παίζει στα γόνατά του τον Γανυμήδη -γνωστό τεκνό του Ολύμπου-  και του χαρίζει τα πολύτιμα κοσμήματα της Ήρας.

Την επόμενη μέρα της συζήτησης με περίμενε στην ταχυδρομική μου θυρίδα ένα βιβλίο του Άλαν με την εξής αφιέρωση. 'Ένα ταπεινό δώρο, ο καθηγητής σου...'
Στο μάθημα με υποδέχτηκε φυσικά με το γνωστό ηλίθιο χαμόγελό του.

Όταν έφυγα από τη σχολή κρατήσαμε μία επαφή. Μου έστειλε μάλιστα και φωτογραφίες του από το ταξίδι του στα highlands. Χαριτωμένα πράγματα. Του έστειλα κι εγώ κάποια δοκίμια του Πετρόπουλου μεταφρασμένα στα αγγλικά. Αφιερώσεις γραμμένες στις άκρες των πρώτων σελίδων, ηλεκτρονική αλληλογραφία με σύντομες παραινέσεις και ευχές...

Πράγματι, ποτέ δεν μιλήσαμε για κάτι προσωπικό. Όμως η φιλία μας ήταν εκεί...και η αγάπη μας αν και ποτέ δεν εκφράστηκε με λόγια ήταν ακριβώς όπως την θέλαμε κι οι δυο μας. Ύποπτη, μα πέρα για πέρα αληθινή.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Barely Legal

Στην αρχή έρχεται η άρνηση. Απλά δεν θέλεις να το αποδεχθείς. Εγώ προσωπικά ήθελα να πάρω τηλέφωνο σε ένα δελτίο ειδήσεων...'έχω είδηση...εγώ κι αυτή δεν είμαστε μαζί'. Ήταν συνταραχτικό, κάτι σαν το τέλος του ΠΑΣΟΚ.

Έπειτα έρχεται η θλίψη. Μια θλιβερή, θλιβερότατη θλίψη. Αχτένιστος, ατημέλητος, πας στη δουλειά όπως έχεις σηκωθεί από το κρεβάτι, όπως αυτός ο ανεκδιήγητος από την διαφήμιση με τα δημητριακά ...'Τι έφαγες παιδί μου σήμερα;'...τίποτα μάνα.

'έναν σκέτο καφέ και τα τσιγάρα μου' θα ήταν η πιο ειλικρινής απάντηση

Και μετά η οργή. Δεν είναι απλά ότι πονάει. Είναι κι άδικο. Εσύ και αυτή. Να μην είστε μαζί; Σε ποιο μυθιστόρημα, σε ποια ταινία οι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο...να μην είναι μαζί..ποιος ανώμαλος Θεός, ποιος gay Θεός έχει βαλθεί να καταστρέψει την αληθινή αγάπη...

Και κάποια μέρα ξυπνάς το πρωί. Κι έξω είναι χαρά Θεού. Για κάποιο λόγο, που δεν εξηγείται, όλα τελείωσαν. Η μπόρα έχει περάσει. Δεν θυμάσαι τι και πως και γιατί.

Βασικά με δυσκολία θυμάσαι και  πως μύριζε -περίεργο, αυτή που μύριζε σαν εσένα μέσα σε άλλο σώμα όπως έλεγες, πως είναι δυνατόν να ξέχασες;..

Ένα παλιό σημείωμά της, μια καρδούλα από το μπρελόκ. Ξενοστισμένα φετίχ. Στον κάδο όλα...

Έξω είναι χαρά θεού, ένας κοκκινολαίμης τσιμπολογάει στο φως του ήλιου...και μια barely legal περιμένει τηλέφωνο σου για να δοκιμάσετε να σπάσετε το προηγούμενο της ρεκόρ σε οργασμούς.

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Θεός ή έξοδος κινδύνου


Ο άνθρωπος ζει την τραγωδία της απόλυτης σύνθεσης. Του απόλυτου έλεγχου πάνω στην πραγματικότητα. Κι όμως κάθε πράξη μας είναι μια επιβεβαίωση αυτής της αποτυχίας μας.

Ας πούμε ο Κάφκα αποζητούσε απελπισμένα ένα τέλος, μια οργανική εξήγηση της σύγχρονης ζωής, όπως αυτή που του κληροδότησε η εβραϊκή παράδοση με τον Θεό δημιουργό...στο τέλος όμως επιβεβαίωσε με τον πιο επίπονο τρόπο μέσα στα έργα του το αντίθετο.

Ημιτελή μυθιστορήματα, ήρωες χωρίς σκοπό...

Μεταπολεμικά, με την εξάντληση του πολέμου και την απογοήτευση των ανθρώπων για όλους τους μεγάλους σκοπούς και τις ολοκληρωτικές ιδέες το κέντρο του νοήματος μετατέθηκε σε πιο απλά και καθημερινά πράγματα.

Οι άνθρωποι λάτρεψαν τις κυριακάτικες βόλτες στην εξοχή, τις οικιακές συσκευές, την ανάγνωση αναψυχής και το γάμο. Το σήμα υποχώρησης θα το έδινε η Σύλβια Πλαθ αφήνοντας το γκάζι της κουζίνας ανοιχτό...και τα μίξερ ξεχαρβαλωμένα στο πάτωμα.

Δεν υπάρχει λόγος να προχωρήσουμε κι άλλο αυτή την ιστορική αναδρομή. Τα νοήματα της ζωής έρχονται και φεύγουν σαν περαστικές λόξες, όπως η μόδα. Κανένα όμως δεν μπόρεσε να αποφύγει την αποτυχία του.

Έτσι σκέφτομαι το τελευταίο καιρό και οι κακές μου σκέψεις με οδηγούνε - παράδοξα- στο Θεό. Όποιον Θεό, όπως τον αισθάνεται ο καθένας. Ας πούμε μια πόρτα με  λευκό φως στο σπίτι, μια έξοδο κινδύνου. Έναν τέτοιο Θεό.

Έναν τόπο που συναντιούνται οι φίλοι χωρίς τις συνηθισμένες μικροπρέπειές, χωρίς επιφυλάξεις...κι ίσως κι οι εραστές βρίσκουν εκείνη  την μυστική λίμνη που αστράφτει πίσω από το πρώτο τους φιλί.

Κι όλοι οι άλλοι, οι υπόλοιποι, που δεν βρήκαμε μια παρηγοριά, ένα αποκούμπι...έχουμε μείνει αιώνια παιδιά.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Στη χώρα των Λιλιπούτειων

Υπάρχουν στιγμές που νιώθω σαν τον Γκιούλιβερ στη χώρα των Λιλιπούτειων.

 Ξαπλωμένος πάνω στις στρωσιές του κρεβατιού, με τον γάτο στρογγυλοκαθισμένο πλάι από το μαξιλάρι.

 Η προοπτική του είναι αφύσικη, το κεφάλι του, οι μικρές πατουσίτσες φαίνονται πελώρια σαν ρωμαϊκό μνημείο της αυτοκρατορίας. Και το σώμα μου μια έκταση. Ένα χωράφι με θαυμαστούς ξεχωριστούς οπωρώνες, με ακαλλιέργητα τμήματα και πληγές κατάμαυρες από τη βροχή.

 Ίσως κάπως έτσι να είναι ο θάνατος. Ίσως κάπως έτσι να είναι και ο έρωτας. Μια λεπτομερής κατάκτηση κάθε πιθαμής, κάθε μυρωδιάς και φαινομένου του σώματος.

Ο εφιάλτης

Σηκώθηκα ξημερώματα από έναν απαίσιο εφιάλτη. Είδα πως η μητέρα μου είχε προσπαθήσει να σκοτώσει τον πατέρα μου με αρσενικό. Η ενάργεια των εικόνων -ανοιχτές πόρτες σε ένα άδειο σπίτι, ήχοι από τον άνεμο να χτυπάει στα παραθυρόφυλλα-  αλλά και μια οδυνηρή ένταση με ξύπνησαν πανικόβλητο.

Στην αρχή δεν μπορούσα να εξηγήσω καθόλου το όνειρο αυτό. Για αυτό και τρομοκρατήθηκα ακόμα περισσότερο. Έπειτα θυμήθηκα πως λίγο πριν κοιμηθώ είχα δει σκηνές από μια ταινία όπου ο σύζυγος προσπαθούσε να σκοτώσει τη γυναίκα του με κάποιο θειούχο διάλειμμα (αν δεν κάνω λάθος). Θυμάμαι ακόμα το βλέμμα του...τον κρύο πυρετό στα μάγουλα.

Όπως και να έχει αυτό που πιστεύω είναι πως η ψυχή μου έχει χαθεί. Ότι κι αν σημαίνει αυτό. Χρόνια προσπάθησα με τόσες και τόσες πρακτικές να διασώσω κάτι. Με ειδικούς ψυχολόγους, με επίμονη άσκηση, με διάβασμα, με τη φιλία ή τον έρωτα προσπάθησα να την φυλάξω, να την κρατήσω ζωντανή στις επιθυμίες και τη λογική του κόσμου.

Όμως διαπιστώνω με λύπη μου πως όλα αυτά ήταν μάταιος κόπος. Δεν ξέρω τι είναι ο άνθρωπος γενικά...δεν έχω τη δύναμη, ούτε το μυαλό να σταχυολογήσω τα πεπραγμένα του, ούτε να βγάλω συμπέρασμα για το νόημα της ζωής ή ας πούμε την αξία της τέχνης. Ότι κι αν ζω κι ότι κι αν ακούω ή διαβάζω με ενδιαφέρουν για ένα και μοναδικό λόγο, για μια τελευταία ελπίδα που μου έχει απομείνει και μου δίνει κουράγιο.

Τη σωτηρία -έστω και τώρα τη τελευταία στιγμή- αυτής της φοβισμένης παιδικής ψυχής.